“Τι κάνουν;” ρώτησε ο Ραντ.
Ο αγρότης τον κοίταξε. “Επιβάλλουν την ειρήνη της Βασίλισσας και τηρούν το νόμο της Βασίλισσας”. Ένευσε, σαν να του άρεσε το άκουσμα της φράσης και πρόσθεσε, “Βρίσκουν τους κακούργους και τους πηγαίνουν στο δικαστή. Μμμφ!” Άφησε ένα πυκνό, μακρύ σύννεφο καπνού. “Πρέπει να είστε από πολύ μακριά για να μην ξέρετε τη Φρουρά της Βασίλισσας. Από πού έρχεστε;”
“Από μακριά”, είπε ο Ματ, ενώ την ίδια στιγμή ο Ραντ έλεγε, “Από τους Δύο Ποταμούς”. Μόλις το ξεστόμισε, ευχήθηκε να μπορούσε να το πάρει πίσω. Ακόμα δεν σκεφτόταν καθαρά. Εκεί που προσπαθούσαν να κρυφτούν, πήγαινε κι έλεγε ένα όνομα, που θα χτυπούσε σαν καμπάνα αν το άκουγε Ξέθωρος.
Ο αφέντης Κιντς κοίταξε τον Ματ με την άκρη του ματιού του και, για λίγο, στάθηκε καπνίζοντας την πίπα του σιωπηλός. “Αυτό κι αν είναι μακρινό μέρος”, είπε τελικά. “Σχεδόν στα σύνορα του Βασιλείου. Αλλά τα πράγματα πρέπει να είναι χειρότερα απ’ ό,τι νόμιζα, αν υπάρχουν μέρη στο Βασίλειο που οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν καν τους Φρουρούς της Βασίλισσας. Δεν είναι καθόλου σαν τα παλιά τα χρόνια”.
Ο Ραντ αναρωτήθηκε τι θα απαντούσε ο αφέντης αλ’Βερ, αν κάποιος του έλεγε πως οι Δύο Ποταμοί είναι μέρος του Βασιλείου κάποιας Βασίλισσας. Υπέθετε πως ήταν η Βασίλισσα του Άντορ. Ίσως ο δήμαρχος να το ήξερε — ήξερε πολλά πράγματα, που ξάφνιαζαν τον Ραντ — και μπορεί να το ήξεραν κι άλλοι, αλλά δεν είχε ακούσει ποτέ να το αναφέρει κανείς. Οι Δύο Ποταμοί ήταν οι Δύο Ποταμοί. Κάθε χωριό έλυνε μόνο του τα προβλήματά του κι αν κάποια δυσκολία αφορούσε κι άλλα χωριά, τότε οι δήμαρχοι και τα Συμβούλια των Χωριών την έλυναν μεταξύ τους.
Ο αφέντης Κιντς τράβηξε τα γκέμια και το κάρο σταμάτησε. “Δεν πάω παραπέρα”. Ένας στενός καρόδρομος οδηγούσε προς το βορρά· εκεί φαίνονταν αρκετές αγροικίες πέρα από χωράφια, που ήταν οργωμένα, αλλά δίχως σπαρτά. “Σε δυο μέρες φτάνετε στο Κάεμλυν. Δηλαδή θα φτάνατε, αν άντεχαν τα πόδια του φίλου σου”.
Ο Ματ κατέβηκε μ’ έναν πήδο, μάζεψε το τόξο και τα άλλα πράγματά του και βοήθησε τον Ραντ να κατέβει από το πίσω μέρος του κάρου. Το φορτίο του Ραντ τον βάραινε και τα πόδια του έτρεμαν, αλλά έσπρωξε το χέρι του Ματ και προσπάθησε να κάνει μερικά βήματα μόνος του. Ακόμα ένιωθε έτοιμος να πέσει, αλλά τα πόδια του τον κράτησαν. Φάνηκαν να δυναμώνουν, καθώς τα χρησιμοποιούσε.
Ο αγρότης δεν ξεκίνησε αμέσως. Τους κοίταξε εξεταστικά για ένα λεπτό, ρουφώντας την πίπα του. “Αν θέλετε, μπορείτε να αναπαυτείτε μια-δυο μέρες στο σπίτι μου. Δεν είναι μεγάλη καθυστέρηση, φαντάζομαι. Ό,τι αρρώστια κι αν είναι αυτή που σ’ έπιασε, λεβέντη μου... ε, η γριούλα μου κι εγώ περάσαμε κάθε αρρώστια που βάζει ο νους σου πριν γεννηθείς, το ίδιο και τα παιδιά μας. Και, μάλλον, θα έχεις περάσει το στάδιο που είναι κολλητική”.
Τα μάτια του Ματ στένεψαν και ο Ραντ συνοφρυώθηκε. Δεν είναι όλοι μπλεγμένοι σ’ αυτό. Δεν μπορεί να είναι όλοι.
“Σ’ ευχαριστώ”, είπε, “αλλά είμαι εντάξει. Ειλικρινά. Πόσο μακριά είναι το άλλο χωριό;”
“Το Κάρυσφορντ; Περπατώντας, θα φτάσετε πριν σκοτεινιάσει”. Ο αφέντης Κιντς έβγαλε την πίπα από το στόμα και σούφρωσε σκεπτικός τα χείλη, πριν συνεχίσει. “Στην αρχή σας πέρασα για μαθητευόμενους, που το ’χαν σκάσει, αλλά τώρα μου φαίνεται πως τρέχετε να φύγετε από κάτι πιο σοβαρό. Δεν ξέρω τι. Δεν με νοιάζει. Απ’ όσο ξέρω να κρίνω τους ανθρώπους, λέω πως δεν είστε Σκοτεινόφιλοι και δεν πρόκειται να ληστέψετε, ή να κάνετε κακό σε κανέναν. Κυκλοφορούν πολλοί χειρότεροι στο δρόμο αυτούς τους καιρούς. Έμπλεξα κι εγώ μια-δυο φορές, όταν ήμουν στην ηλικία σας. Αν θέλετε μέρος να μείνετε, χωρίς να σας δει κανένα μάτι, το αγρόκτημά μου είναι πέντε μίλια πιο πέρα” ―έδειξε τον καρόδρομο με μια κίνηση του κεφαλιού― “και ποτέ κανένας δεν έρχεται εκεί. Όποιος και να σας κυνηγάει, δεν θα σας βρει εκεί”. Ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του, σαν να ένιωθε αμήχανος που είχε μιλήσει τόσο πολύ.
“Πού ξέρεις με τι μοιάζουν οι Σκοτεινόφιλοι;” ζήτησε να μάθει ο Ματ. Απομακρύνθηκε από το κάρο και έχωσε το χέρι στο παλτό του. “Τι ξέρεις για τους Σκοτεινόφιλους;”
Το πρόσωπο το αφέντη Κιντς σφίχτηκε. “Όπως σας βολεύει”, είπε και έκανε έναν ξερό κρότο με τη γλώσσα για να ξεκινήσει το άλογό του. Το κάρο κατηφόρισε το στενό μονοπάτι και ο αγρότης δεν κοίταξε πίσω του.
Ο Ματ κοίταξε τον Ραντ και η βλοσυρή έκφραση του προσώπου του υποχώρησε. “Συγνώμη, Ραντ. Χρειάζεσαι μέρος για να ξεκουραστείς. Ίσως αν τρέξουμε πίσω του...” Σήκωσε τους ώμους. “Δεν μπορώ να ξεφύγω από την αίσθηση ότι όλοι μας κυνηγούν. Φως μου, μακάρι να ήξερα γιατί μας κυνηγούν. Μακάρι να τελείωναν όλα. Μακάρι...” Η φωνή του ξεψύχησε.
“Δεν χάθηκαν όλοι οι καλοί άνθρωποι”, είπε ο Ραντ. Ο Ματ έκανε να πάρει τον καρόδρομο, σφίγγοντας τα σαγόνια, σαν να ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε να κάνει, αλλά ο Ραντ τον σταμάτησε. “Δεν μπορούμε να σταματήσουμε μόνο και μόνο για να ξεκουραστούμε, Ματ. Εκτός αυτού, δεν νομίζω ότι υπάρχει μέρος για να κρυφτούμε”.