Выбрать главу

Ο Ματ ένευσε, με ολοφάνερη ανακούφιση. Προσπάθησε να πάρει μερικά από τα πράγματα που βάραιναν τον Ραντ, τα σακίδια, τη θήκη της άρπας που ήταν τυλιγμένη στο μανδύα του Θομ, αλλά ο Ραντ τα κράτησε. Στ’ αλήθεια ένιωθε τα πόδια του πιο δυνατά. Αυτό που μας κυνηγά; Σκέφτηκε, καθώς άρχιζαν να περπατούν στο δρόμο. Δεν μας κυνηγά. Μας περιμένει,

Η βροχή συνέχισε να πέφτει όλη τη νύχτα, καθώς έφευγαν παραπατώντας από τον Κεφάτο Καροτσέρη, σφυροκοπώντας τους αλύπητα, σαν τις βροντές στον μαύρο ουρανό, που τον έσχιζαν οι αστραπές. Σε λίγα λεπτά τα ρούχα τους είχαν μουλιάσει- μια ώρα αργότερα ο Ραντ ένιωθε ότι και το δέρμα του είχε μουλιάσει, αλλά είχαν αφήσει πίσω τους Τέσσερις Βασιλιάδες. Ο Ματ στο σκοτάδι ήταν σχεδόν τυφλός και μισόκλεινε με πόνο τα μάτια, προσπαθώντας να κοιτάξει όταν έπεφταν οι αστραπές, που έκαναν τα δέντρα, για μια στιγμή, να ξεχωρίζουν σαν σκελετοί. Ο Ραντ τον οδηγούσε από το χέρι, αλλά ο Ματ έκανε κάθε βήμα ψάχνοντας αβέβαια μπροστά του. Το μέτωπο του Ραντ είχε γεμίσει ζάρες από την ανησυχία. Αν ο Ματ δεν ανακτούσε την όρασή του, θα συνέχιζαν το ταξίδι τους με ρυθμό μπουσουλήματος. Δεν θα ξέφευγαν.

Ο Ματ φάνηκε να νιώθει τις σκέψεις του. Παρά την κουκούλα του μανδύα του, η βροχή κολλούσε τα μαλλιά στο μέτωπό του. “Ραντ”, είπε, “δεν θα με παρατήσεις, ε; Αν δεν μπορώ να σε προφτάσω;”

“Δεν θα σε παρατήσω”. Ο Ραντ έσφιξε πιο δυνατά το χέρι του φίλου του. “Δεν θα σε παρατήσω ό,τι κι αν γίνει”. Το Φως να μας βοηθήσει! Από πάνω τους μπουμπούνισε ένας κεραυνός και ο Ματ παραπάτησε, πέφτοντας σχεδόν και παραλίγο θα παρέσυρε και τον Ραντ. “Πρέπει να σταματήσουμε, Ματ. Αν συνεχίσουμε, θα σπάσεις κανένα πόδι”.

“Ο Γκόουντ”. Μια αστραπή φώτισε τη νύχτα ακριβώς από πάνω τους, τη στιγμή που μιλούσε ο Ματ και η βροντή έπνιξε κάθε άλλο ήχο, αλλά, στη λάμψη της, ο Ραντ κατόρθωσε να διαβάσει το όνομα στα χείλη του Ματ.

“Πέθανε”. Πρέπει να πέθανε. Φως μου, μακάρι να έχει πεθάνει.

Οδήγησε τον Ματ σε κάτι θάμνους, που του είχε φανερώσει η αστραπή. Είχαν μερικά φύλλα και θα πρόσφεραν κάποιο καταφύγιο από την ανελέητη βροχή. Δεν ήταν το καταφύγιο που θα πρόσφερε ένα μεγάλο δέντρο, αλλά δεν ήθελε να ρισκάρει τον επόμενο κεραυνό. Ίσως την επόμενη φορά να μην ήταν τόσο τυχερά...

Κουλουριάστηκαν μαζί κάτω από τους θάμνους, προσπάθησαν να απλώσουν τους μανδύες τους για να κάνουν μια μικρή σκηνή πάνω από τους θάμνους. Είχαν γίνει μούσκεμα, αλλά δεν θα ήταν άσχημο αν γλίτωναν από το ακατάπαυστο μαστίγωμα της βροχής. Ζάρωσαν κολλητά για να μοιραστούν τη λίγη ζέστη που απέμενε στα κορμιά τους. Στάζοντας ολόκληροι, με τις σταγόνες να πέφτουν περνώντας από τους μανδύες τους, αποκοιμήθηκαν τρέμοντας.

Ο Ραντ κατάλαβε αμέσως πως ήταν όνειρο. Ήταν πάλι στους Τέσσερις Βασιλιάδες, αλλά η πόλη, εκτός απ’ αυτόν, ήταν άδεια. Υπήρχαν οι άμαξες, μα όχι άνθρωποι, ούτε άλογα, ούτε σκυλιά. Τίποτα ζωντανό. Ήξερε, όμως, ότι κάποιος τον περίμενε.

Όπως προχωρούσε στους αυλακωμένους από τις ρόδες δρόμους, τα κτίρια έμοιαζαν να θολώνουν, καθώς έμεναν πίσω του.

Όταν γυρνούσε το κεφάλι, όλα ήταν εκεί, στέρεα, μα η ασάφεια παρέμενε στις άκρες της όρασης του. Ήταν λες και υπήρχαν μονάχα όσα έβλεπε κι αυτά μονάχα όταν τα έβλεπε. Ήταν σίγουρος πως, αν γυρνούσε γρήγορα, θα έβλεπε... Δεν ήταν σίγουρος τι, μα ένιωθε ταραχή και μόνο που το σκεφτόταν.

Μπροστά του εμφανίστηκε ο Κεφάτος Καροτσέρης. Κατά κάποιον τρόπο, το φανταχτερό χρώμα του έμοιαζε γκρίζο και άψυχο. Μπήκε μέσα. Εκεί ήταν ο Γκόουντ, σ’ ένα τραπέζι.

Αναγνώρισε τον άνδρα μονάχα από τα ρούχα του, από τα μετάξια και τα σκουρόχρωμα βελούδα. Το δέρμα του Γκόουντ ήταν κόκκινο, καμένο και σκασμένο και έσταζε. Το πρόσωπό του ήταν σχεδόν ένα κρανίο και τα χείλη του είχαν ζαρώσει, γυμνώνοντας δόντια και ούλα. Καθώς ο Γκόουντ γυρνούσε το κεφάλι, ένα μέρος των μαλλιών του έσπασε και έπεσε κι έγιναν μαύρη σκόνη όταν χτύπησαν τον ώμο του. Τα δίχως βλέφαρα μάτια του κοίταξαν τον Ραντ.

“Αρα, είσαι νεκρός”, είπε ο Ραντ. Ξαφνιάστηκε που δεν φοβόταν. Ίσως επειδή αυτή τη φορά ήξερε πως ήταν όνειρο.

“Ναι”, είπε η φωνή του Μπα’άλζαμον, “αλλά σε βρήκε. Αυτό αξίζει κάποια ανταμοιβή, δεν νομίζεις;”

Ο Ραντ γύρισε και ανακάλυψε πως μπορούσε να νιώσει φόβο, ακόμα και γνωρίζοντας πως όλα ήταν όνειρο. Τα ρούχα του Μπα’άλζαμον είχαν το χρώμα του ξεραμένου αίματος, και στο πρόσωπό του πάλευαν οργή και μίσος και θρίαμβος.