Выбрать главу

“Βλέπεις, νεαρούλη, δεν μπορείς να μου κρύβεσαι για πάντα. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα σε βρω. Αυτό που σε προστατεύει σε κάνει επίσης ευάλωτο. Τη μια στιγμή κρύβεσαι, την άλλη ανάβεις φωτιά για σινιάλα. Έλα σε μένα, νεαρέ”-. Άπλωσε το χέρι του στον Ραντ. “Αν χρειαστεί να σε στριμώξουν τα λαγωνικά μου, ίσως σε δαγκώσουν. Ζηλεύουν αυτό που θα γίνεις, όταν θα γονατίσεις στα πόδια μου. Είναι το πεπρωμένο σου. Ανήκεις σε μένα”. Η καμένη γλώσσα του Γκόουντ έκανε ένα θυμωμένο, βιαστικό, μασημένο ήχο.

Ο Ραντ προσπάθησε να γλείψει τα χείλη του, αλλά δεν είχε σάλιο στο στόμα. “Όχι”, κατόρθωσε να πει και μετά μπόρεσε να μιλήσει πιο εύκολα. “Ανήκω σε μένα. Όχι σε σένα. Ποτέ. Σε μένα. Αν με σκοτώσουν οι Σκοτεινόφιλοί σου, δεν θα με αποκτήσεις ποτέ”.

Οι φωτιές στο πρόσωπο του Μπα’άλζαμον ζέσταναν το δωμάτιο τόσο που ο αέρας τρεμούλιασε. “Ζωντανός ή νεκρός, νεαρούλη μου, είσαι δικός μου. Ο τάφος ανήκει σε μένα. Ευκολότερα νεκρός, αλλά καλύτερα ζωντανός. Καλύτερα για σένα, νεαρούλη. Στα περισσότερα πράγματα οι ζωντανοί έχουν μεγαλύτερη δύναμη”. Ο Γκόουντ έβγαλε πάλι ένα γουργουριστό ήχο. “Ναι, καλό μου κυνηγόσκυλο. Να η ανταμοιβή σου”.

Ο Ραντ κοίταξε τον Γκόουντ, τη στιγμή που το σώμα του διαλυόταν και γινόταν σκόνη. Για μια στιγμή, το καμένο πρόσωπο πήρε μια έκφραση ανυπέρβλητης αγαλλίασης, που την τελευταία στιγμή έγινε φρίκη, σαν να είχε δει να τον περιμένει κάτι αναπάντεχο. Τα άδεια, βελούδινα ρούχα του Γκόουντ έπεσαν στην καρέκλα και στο πάτωμα ανάμεσα στις στάχτες.

Όταν γύρισε, το απλωμένο χέρι του Μπα’άλζαμον είχε γίνει γροθιά. “Είσαι δικός μου, νεαρούλη, ζωντανός ή νεκρός. Ο Οφθαλμός του Κόσμου δεν θα σε υπηρετήσει. Σε σημαδεύω για δικό μου”. Η γροθιά άνοιξε και πετάχτηκε μια σφαίρα φωτιάς. Χτύπησε τον Ραντ στο πρόσωπο κι εξερράγη, καίγοντάς τον.

Ο Ραντ ξύπνησε στο σκοτάδι και τινάχτηκε μπροστά, ενώ στο πρόσωπό του έσταζε νερό, περνώντας από τους μανδύες τους. Το χέρι του έτρεμε, καθώς άγγιζε τα μαγουλά του. Το δέρμα του είχε μια απαλή αίσθηση, σαν να είχε καεί από τον ήλιο.

Ξαφνικά πρόσεξε ότι ο Ματ στριφογυρνούσε και βογκούσε στον ύπνο του. Τον τράνταξε και ο Ματ ξύπνησε κλαψουρίζοντας.

“Τα μάτια μου! Ω, Φως, τα μάτια μου! Πήρε τα μάτια μου!”

Ο Ραντ τον έσφιξε στο στήθος του, τον αγκάλιασε, σαν να ήταν μωρό. “Είσαι καλά, Ματ. Είσαι καλά. Δεν θα μας πειράξει. Δεν θα τον αφήσουμε”. Ένιωθε τον Ματ να τρέμει, να κλαίει με λυγμούς πάνω του. “Δεν μπορεί να μας πειράξει”, ψιθύρισε και ευχήθηκε να το πίστευε. Αυτό που σε προστατεύει σε κάνει ευάλωτο. Στ’ αλήθεια τρελαίνομαι.

Λίγο πριν το πρώτο φως της μέρας η νεροποντή υποχώρησε και το τελευταίο ψιλόβροχο σταμάτησε με τον ερχομό της αυγής. Τα σύννεφα έμειναν εκεί, απειλητικά, μερικές ώρες μέσα στο πρωινό. Τότε ο άνεμος δυνάμωσε, έσπρωξε τα σύννεφα στο νότο, φανέρωσε έναν ήλιο που δεν ζέσταινε και άρχισε να τρυπώνει τσουχτερός μέσα στα μουσκεμένα ρούχα τους. Δεν είχαν ξανακοιμηθεί, αλλά φόρεσαν νυσταγμένοι τους μανδύες τους και ξεκίνησαν ιτρος τα ανατολικά, με τον Ραντ να οδηγεί τον Ματ από το χέρι. Μετά από λίγο, ο Ματ ένιωθε αρκετά καλά ώστε να παραπονεθεί για την κατάσταση της χορδής του τόξου του μετά τη βροχή. Ο Ραντ, όμως, δεν τον άφησε να σταματήσει και να βγάλει στεγνή από την τσέπη του, όχι ακόμα.

Λίγο μετά το μεσημέρι βγήκαν σε άλλο ένα χωριό. Ο Ραντ ανατρίχιασε κι άλλο, βλέποντας χαριτωμένα τούβλινα σπιτάκια και καμινάδες που κάπνιζαν, αλλά έμεινε μακριά από κει και οδήγησε τον Ματ προς τον νότο, περνώντας μέσα από δασάκια και χωράφια. Είδε μονάχα έναν αγρότη που δούλευε με το φτυάρι σε ένα λασπωμένο χωράφι, αλλά χώθηκε στα δέντρα και πρόσεξε να μην φανούν. Η προσοχή του αγρότη ήταν στραμμένη στη δουλειά του, αλλά ο Ραντ δεν τον άφησε από τα μάτια του, μέχρι να απομακρυνθούν και να χαθούν. Αν ζούσαν κάποιοι από τους άνδρες του Γκόουντ, μην βρίσκοντας στο χωριό κανέναν που να τους είχε δει, ίσως να πίστευαν ότι ο Ραντ και ο Ματ μετά τους Τέσσερις Βασιλιάδες είχαν πάρει το νότιο δρόμο. Ξαναβγήκαν στο δρόμο όταν το χωριό χάθηκε από τα μάτια τους. Με το περπάτημα τα ρούχα τους μπορεί να μην είχαν στεγνώσει, αλλά, τουλάχιστον, δεν έσταζαν νερό.

Μια ώρα δρόμο μετά την πόλη, ένας αγρότης τους πήρε με το κάρο του, που ήταν το μισό γεμάτο άχυρα. Ο Ραντ ήταν αφηρημένος, έτσι όπως ανησυχούσε για τον Ματ και είχε αιφνιδιαστεί. Αν και το απογευματινό φως ήταν τόσο αδύναμο, ο Ματ έκρυβε τα μάτια του από τον ήλιο με το χέρι, κοίταζε με στενεμένα μάτια μέσα από τα μισόκλειστα βλέφαρα και γκρίνιαζε αδιάκοπα ότι ο ήλιος έλαμπε. Όταν ο Ραντ άκουσε τους κρότους του κάρου, ήταν ήδη πολύ αργά. Ο βρεγμένος δρόμος έπινε τους ήχους και το κάρο με τα δύο άλογά του βρισκόταν μόνο πενήντα μέτρα πίσω τους και ο οδηγός τους κοίταξε.