Выбрать главу

Προς μεγάλη έκπληξη του Ραντ, ο άνθρωπος σταμάτησε και προσφέρθηκε να τους πάρει. Ο Ραντ δίστασε, αλλά ήταν αργά για να περάσουν απαρατήρητοι και, αν αρνούνταν να ανέβουν, το περιστατικό θα έμενε στη μνήμη του οδηγού. Βοήθησε τον Ματ να ανέβει στη θέση πλάι στον αγρότη και μετά ανέβηκε κι ο ίδιος πίσω του.

Ο Άλπερτ Μαλ ήταν ένας άνδρας δίχως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, με τετράγωνο πρόσωπο και τετράγωνα χέρια, γεμάτος ρυτίδες και ρόζους από τη σκληρή δουλειά και τις έγνοιες. Ήθελε να μιλήσει με κάποιον. Οι αγελάδες του είχαν στερέψει από γάλα, οι κότες του δεν γεννούσαν πια και το λιβάδι του ήταν κατάξερο. Για πρώτη φορά από τότε που θυμόταν είχε αναγκαστεί να αγοράσει άχυρα και ο “γέρο-Μπέιν” του είχε δώσει μονάχα μισό φόρτωμα. Αναρωτιόταν αν θα είχε καθόλου δικό του σανό φέτος, αν θα έβγαζε οποιαδήποτε σοδειά.

“Η Βασίλισσα θα ’πρεπε να κάνει κάτι, που το Φως να τη φωτίζει”, μουρμούρισε, χτυπώντας ευλαβικά αλλά αφηρημένα το μέτωπό του με τις αρθρώσεις των δαχτύλων του.

Δεν κοίταζε σχεδόν καθόλου τον Ραντ και τον Ματ, αλλά, όταν τους άφησε πλάι στο στενό, αυλακωμένο δρομάκι που έβγαζε στο αγρόκτημά του, κοντοστάθηκε, έπειτα είπε, σχεδόν μονολογώντας, “Δεν ξέρω από τι τρέχετε να φύγετε και δεν θέλω να ξέρω. Έχω γυναίκα και παιδιά. Καταλαβαίνετε; Η οικογένειά μου. Είναι δύσκολοι καιροί για να βοηθάς ξένους”.

Ο Ματ πήγε να χώσει το χέρι του στο παλτό του, αλλά ο Ραντ έπιασε τον καρπό του και τον κράτησε. Στάθηκε στο δρόμο, κοιτάζοντας τον άνδρα δίχως να μιλά.

“Αν ήμουν καλός άνθρωπος”, είπε ο Μαλ, “κι έβρισκα δυο παλικάρια μούσκεμα ως το κόκαλο, θα τους έδινα μέρος να στεγνώσουν, να ζεσταθούν μπροστά στο τζάκι μου. Αλλά είναι δύσκολοι καιροί, και με ξένους... Δεν ξέρω από τι τρέχετε να φύγετε και δεν θέλω να μάθω. Με καταλαβαίνετε; Η οικογένειά μου”. Ξαφνικά έβγαλε από την τσέπη του δύο μάλλινα σκουρόχρωμα κασκόλ, μακριά και χοντρά. “Δεν είναι τίποτα, αλλά πάρτε τα. Είναι των αγοριών μου. Έχουν άλλα. Δεν με ξέρετε, εντάξει; Είναι δύσκολοι καιροί”.

“Δεν σε είδαμε καν”, συμφώνησε ο Ραντ καθώς έπαιρνε τα κασκόλ. “Είσαι καλός άνθρωπος. Ο καλύτερος που βρήκαμε εδώ και μέρες”.

Ο αγρότης στην αρχή έδειξε έκπληξη, ύστερα ευγνωμοσύνη. Πήρε τα γκέμια και ξεκίνησε με τα άλογά του στον καρόδρομο. Πριν κάνει τη στροφή, ο Ραντ είχε πάρει τον Ματ και τον οδηγούσε στο Δρόμο του Κάεμλυν.

Ο άνεμος δυνάμωσε καθώς πλησίαζε η νύχτα. Ο Ματ άρχισε να ρωτά πάτε θα σταματούσαν, αλλά ο Ραντ όλο και προχωρούσε, σέρνοντας πίσω του τον Ματ, ψάχνοντας για καταφύγιο καλύτερο από ένα μέρος κάτω από το φράχτη των θάμνων. Έτσι όπως ήταν, με τα ρούχα να κολλάνε πάνω τους μουσκεμένα και τον αέρα να τσούζει, δεν ήξερε αν θα άντεχαν άλλη μια βραδιά στην ύπαιθρο. Η νύχτα έπεσε χωρίς ο Ραντ να έχει δει τίποτα. Ο παγερός άνεμος έκανε το μανδύα του να πεταρίζει. Και τότε, στο σκοτάδι μπροστά τους, είδε φώτα. Ένα χωριό.

Το χέρι του χώθηκε στην τσέπη του και ψηλάφησε τα νομίσματα που είχε. Έφταναν και με το παραπάνω για να φάνε και να πιάσουν δωμάτιο για δύο. Ένα δωμάτιο για να γλιτώσουν από την παγωμένη νύχτα. Αν είχαν μείνει έξω, στον αέρα και στο κρύο με τα υγρά ρούχα τους, όποιος τους έβρισκε μάλλον θα έβρισκε δύο πτώματα. Το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να μην τραβήξουν την προσοχή κανενός. Δεν θα έπαιζε φλάουτο και ο Ματ, με τα μάτια του σε τέτοια κατάσταση, δεν μπορούσε φυσικά να κάνει επίδειξη με μπαλάκια. Ξανάπιασε το χέρι του Ματ και ξεκίνησε προς τα φώτα που τους προσκαλούσαν.

“Πότε θα σταματήσουμε;” ξαναρώτησε ο Ματ. Έτσι όπως κοίταζε μπροστά, με το κεφάλι να τεντώνεται, ίσως να μην έβλεπε ούτε καν τον Ραντ, πόσο μάλλον τα φώτα του χωριού.

“Όταν βρούμε κάπου ζεστά”, απάντησε.

Φωτεινές λιμνούλες από τα παράθυρα των σπιτιών φώτιζαν τους δρόμους και άνθρωποι περπατούσαν, χωρίς να τους μέλει αυτό που ίσως βρισκόταν εκεί στο σκοτάδι. Το μόνο πανδοχείο ήταν ένα ισόγειο κτίσμα με ακανόνιστα κολλητά δωμάτια, που έμοιαζαν να έχουν προστεθεί το ένα μετά το άλλο δίχως σχέδιο, καθώς περνούσαν τα χρόνια. Η εξώπορτα άνοιξε για να βγει κάποιος και τον ακολούθησε ένα κύμα γέλιου.

Ο Ραντ μαρμάρωσε εκεί στο δρόμο, καθώς στο νου του αντήχησαν τα μεθυσμένα γέλια του Κεφάτου Καροτσέρη. Είδε τον άνδρα να προχωρά σκαμπανεβάζοντας στο δρόμο και ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε την πόρτα. Φρόντισε ώστε ο μανδύας του να κρύβει το σπαθί. Γέλια τον έλουσαν.

Οι λάμπες που κρέμονταν από το ψηλό ταβάνι έριχναν λαμπρό φως στο δωμάτιο κι αμέσως είδε κι ένιωσε τη διαφορά από το πανδοχείο του Σαμλ Χέικ. Κατ’ αρχάς, εδώ δεν υπήρχε μέθη. Η αίθουσα ήταν γεμάτη ανθρώπους που έμοιαζαν να είναι εργαζόμενοι άνθρωποι του χωριού και, παρ’ όλο που δεν ήταν νηφάλιοι, ήταν κάθε άλλο παρά σουρωμένοι. Το γέλιο ήταν πραγματικό, αν και φορές-φορές βεβιασμένο. Ήταν άνθρωποι που γελούσαν για να ξεχάσουν τα βάσανά τους, αν και το κέφι τους ήταν αληθινό. Η κοινή αίθουσα ήταν παστρεμένη και καθαρή και τη ζέσταινε το τζάκι στο βάθος με τη φωτιά που μπουμπούνιζε. Τα χαμόγελα που έριχναν οι σερβιτόρες ήταν ζεστά σαν τη φωτιά και, όταν γελούσαν, ο Ραντ καταλάβαινε ότι γελούσαν επειδή ήθελαν.