Ο πανδοχέας ήταν καθαρός σαν το μαγαζί του, με μια αστραφτερή άσπρη ποδιά γύρω από την κοιλιά του. Ο Ραντ χάρηκε βλέποντας ότι ήταν ευτραφής άνθρωπος· αμφέβαλλε αν θα εμπιστευόταν ποτέ άλλοτε λιγνό πανδοχέα. Το όνομά του ήταν Ρούλαν Ωλγουάιν ―ο Ραντ σκέφτηκε πως ήταν καλός οιωνός, μιας και το όνομα είχε κάτι από τους ήχους του Πεδίου του Έμοντ— τους κοίταξε από πάνω ως κάτω κι έπειτα ανέφερε με ευγένεια πως θα πλήρωναν προκαταβολικά.
“Δεν λέω πως είστε τέτοιοι, καταλαβαίνετε, αλλά είναι μερικοί στο δρόμο αυτές τις μέρες, που, όταν έρθει το πρωί, δεν έχουν διάθεση να πληρώσουν. Μου φαίνεται πως είναι πολλοί οι νεαροί που πάνε για το Κάεμλυν”,
Ο Ραντ δεν προσβλήθηκε, έτσι μουσκεμένος και ταλαιπωρημένος που φαινόταν. Όταν όμως ο αφέντης Ωλγουάιν ανέφερε την τιμή, τα μάτια του γούρλωσαν και ο Ματ έκανε έναν ήχο σαν να είχε σφηνώσει κάτι στο λαιμό του.
Τα προγούλια του πανδοχέα τρεμούλιασαν, καθώς κουνούσε το κεφάλι του λυπημένα, αλλά φαινόταν ότι αυτό του είχε ξανατύχει. “Είναι δύσκολοι καιροί”, είπε καρτερικά. “Δεν περισσεύει τίποτα και ό,τι υπάρχει κοστίζει το πενταπλάσιο από παλιά. Βάζω το χέρι μου στη φωτιά, τον άλλο μήνα θα είναι πιο ακριβά”.
Ο Ραντ έβγαλε τα χρήματά του και κοίταξε τον Ματ. Το στόμα του Ματ σφίχτηκε με πείσμα. “Θέλεις να κοιμηθείς στους θάμνους;” ρώτησε ο Ραντ. Ο Ματ αναστέναξε και άδειασε απρόθυμα την τσέπη του. Όταν πλήρωσαν, ο Ραντ έκανε μια γκριμάτσα, βλέποντας τα λίγα που έμεναν για να τα μοιραστούν.
Αλλά δέκα λεπτά αργότερα έτρωγαν βραστό σε ένα τραπέζι στη γωνιά κοντά στο τζάκι και βουτούσαν στο ζουμί το ψωμί τους. Οι μερίδες δεν ήταν όσο μεγάλες θα ’θελε ο Ραντ, αλλά ήταν καυτές και χορταστικές. Σιγά-σινά η ζέστη από το τζάκι έφτασε ως τα κόκαλά του. Προσποιήθηκε ότι το βλέμμα του ήταν στο πιάτο του, αλλά παρακολουθούσε την πόρτα με προσοχή. Όσοι μπαινόβγαιναν έμοιαζαν με αγρότες, αλλά αυτό δεν αρκούσε για να κατευνάσει το φόβο του.
Ο Ματ έτρωγε αργά, απολαμβάνοντας την κάθε μπουκιά, αν και γκρίνιαζε για το φως από τις λάμπες. Μετά από λίγο έβγαλε το κασκόλ που του είχε δώσει ο Άλπερτ Μαλ και το τύλιξε γύρω από το μέτωπό του, κατεβάζοντάς το έτσι που να κρύβει τα μάτια. Αυτό τράβηξε μερικά βλέμματα, τα οποία ο Ραντ έλπιζε ότι θα απέφευγαν. Τελείωσε το φαΐ του βιαστικά, σκούντησε τον Ματ να τελειώσει κι αυτός και μετά ρώτησε τον αφέντη Ωλγουάιν για το δωμάτιό τους.
Ο πανδοχέας φάνηκε να ξαφνιάζεται που θα ξάπλωναν τόσο νωρίς, αλλά δεν έκανε κανένα σχόλιο. Πήρε ένα κερί, τους πέρασε από ένα λαβύρινθο διαδρόμων και τους πήγε σε ένα μικρό δωμάτιο με δύο στενά κρεβάτια, σε μια μακρινή άκρη του πανδοχείου. Όταν έφυγε, ο Ραντ έριξε τα μπαγκάζια του πλάι στο κρεβάτι του, άφησε το μανδύα σε μια καρέκλα, και έπεσε στο σκέπασμα του κρεβατιού ντυμένος. Τα ρούχα του ήταν ακόμα υγρά και τον ενοχλούσαν, αλλά, αν χρειάζονταν να τρέξουν, ήθελε να είναι έτοιμος. Δεν έβγαλε ούτε τη ζώνη και κοιμήθηκε με το χέρι στη λαβή του σπαθιού.
Το πρωί τον ξύπνησε απότομα το λάλημα ενός πετεινού. Έμεινε ξαπλωμένος, είδε την αυγή να φωτίζει το παράθυρο και αναρωτήθηκε αν τολμούσε να κοιμηθεί λίγο ακόμα. Να κοιμηθεί τη μέρα, τη στιγμή που θα μπορούσαν να ταξιδεύουν. Χασμουρήθηκε και τα σαγόνια του έτριξαν.
“Ε”, φώναξε ο Ματ, “μπορώ να δω!” Ανακάθισε στο κρεβάτι, κοιτάζοντας το δωμάτιο με μισόκλειστα μάτια. “Λιγάκι. Το πρόσωπό σου ακόμα το βλέπω θολό, αλλά καταλαβαίνω ποιος είσαι. Ήξερα ότι θα καλυτέρευα. Απόψε θα βλέπω πιο καλά από σένα. Ξανά”.
Ο Ραντ πετάχτηκε από το κρεβάτι, ξύστηκε, μάζεψε το μανδύα του. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα, αφού είχαν στεγνώσει πάνω του, και τον φαγούριζαν. “Χάνουμε το φως της μέρας”, είπε. Ο Ματ σηκώθηκε εξίσου γρήγορα κι αυτός άρχισε να ξύνεται.
Ο Ραντ ένιωθε μια χαρά. Βρίσκονταν σε απόσταση μια ημέρας από τους Τέσσερις Βασιλιάδες και δεν είχαν φανεί οι άνδρες του Γκόουντ. Μια μέρα πιο κοντά στο Κάεμλυν, όπου θα τους περίμενε η Μουαραίν. Θα τους περίμενε. Όταν ξαναντάμωναν με την Άες Σεντάι και τον Πρόμαχο, δεν θα τους ένοιαζαν πια οι Σκοτεινόφιλοι. Ήταν παράξενο που πρόσμενε τόσο να βρει μια Άες Σεντάι. Φως μου, όταν ξαναδώ τη Μουαραίν, θα τη φιλήσω! Γέλασε με τη σκέψη. Ένιωθε τόσο καλά, που επένδυσε για πρωινό λίγα από τα νομίσματά τους, τα οποία λιγόστευαν — ένα μεγάλο καρβέλι ψωμί και μια κανάτα κρύο γάλα από την αποθήκη.