Έτρωγαν στο πίσω μέρος της κοινής αίθουσας, όταν μπήκε ένας νεαρός, ένα χωριατόπαιδο, όπως φαινόταν, που προχωρούσε καμαρωτός και στριφογύριζε στο δάχτυλο ένα μάλλινο σκούφο με φτερό. Ο μόνος άλλος στην αίθουσα ήταν ένας γέρος που σκούπιζε· ούτε που σήκωσε τα μάτια από τη σκούπα του. Το βλέμμα του νεαρού χτένισε την αίθουσα, αλλά, όταν έπεσε στον Ραντ και τον Ματ, ο σκούφος έπεσε από το δάχτυλο του. Τους κοίταζε ένα ολόκληρο λεπτό, μετά άρπαξε το σκούφο από το πάτωμα, τους ξανακοίταξε, πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μελαχρινά, σγουρά μαλλιά του. Τελικά πλησίασε το τραπέζι τους, σέρνοντας τα πόδια.
Ήταν μεγαλύτερος από τον Ραντ, αλλά στάθηκε, κοιτάζοντάς τους με σεβασμό. “Πειράζει να καθίσω;” ρώτησε και αμέσως ξεροκατάπιε, σαν να είχε πει λάθος πράγμα.
Ο Ραντ σκέφτηκε ότι ίσως ήλπιζε να μοιραστεί μαζί τους το πρωινό τους, αν και έδειχνε σαν να μπορούσε να πληρώσει. Το γαλάζιο ριγέ πουκάμισό του είχε κεντημένο κολάρο και ο σκούρος μπλε μανδύας του είχε κεντίδια σ’ όλο το στρίφωμα. Οι δερμάτινες μπότες του ποτέ δεν είχαν ταλαιπωρηθεί, απ’ όσο έβλεπε ο Ραντ. Του έκανε νόημα να πιάσει μια καρέκλα.
Ο Ματ τον κοίταξε έντονα, καθώς ο νεαρός τραβούσε μια καρέκλα στο τραπέζι. Ο Ραντ δεν διέκρινε αν ο Ματ τον αγριοκοίταζε, ή απλώς προσπαθούσε να δει καθαρά. Πάντως το συνοφρυωμένα βλέμμα του Ματ έφερε αποτέλεσμα. Ο νεαρός πάγωσε πριν καθίσει κανονικά και χαμήλωσε για να αγγίξει την καρέκλα μόνο όταν ένευσε ο Ραντ.
“Πώς είναι το όνομά σου;” ρώτησε ο Ραντ.
“Το όνομά μου; Το όνομά μου. Α... λέγετέ με Παιτρ”. Τα μάτια του πετιόνταν εδώ κι εκεί νευρικά. “Ε... αυτό δεν ήταν δική μου ιδέα, καταλαβαίνετε. Πρέπει να το κάνω. Δεν ήθελα, αλλά με ανάγκασαν. Πρέπει να το καταλάβετε. Δεν—”
Ο Ραντ ένιωσε ν’ αναστατώνεται και ο Ματ μούγκρισε, “Σκοτεινόφιλος”.
Ο Παιτρ τινάχτηκε και μισοσηκώθηκε από την καρέκλα του και κοίταξε ταραγμένος την αίθουσα, σαν να υπήρχαν πενήντα άτομα που τους άκουγαν. Το κεφάλι του γέρου έσκυβε ακόμα πάνω από τη σκούπα και η προσοχή του ήταν στραμμένη στο πάτωμα. Ο Παιτρ ξανακάθισε και κοίταξε αβέβαια από τον Ραντ στον Ματ και το ανάποδο. Ο ιδρώτας μαζεύτηκε σε χάντρες στο πάνω χείλι του. Η κατηγορία θα έκανε τον καθένα να ιδρώσει, μα δεν είπε λέξη για να την αρνηθεί.
Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι του αργά. Μετά τον Γκόουντ, ήξερε πως οι Σκοτεινόφιλοι δεν είχαν κατ’ ανάγκην το Δόντι του Δράκοντα στο μέτωπό τους, αλλά αυτός ο Παιτρ, αν δεν λογάριαζες τα ρούχα του, θα ταίριαζε μια χαρά στο Πεδίο του Έμοντ. Τίποτα πάνω του δεν μιλούσε για σκοτωμούς, ή κάτι χειρότερο. Κανένας δεν θα του έριχνε δεύτερη ματιά. Τουλάχιστον ο Γκόουντ ήταν... διαφορετικός.
“Αφησέ μας ήσυχους”, είπε ο Ραντ. “Και πες στους φίλους σου να μας αφήσουν ήσυχους. Δεν θέλουμε τίποτα απ’ αυτούς και δεν θα πάρουν τίποτα από μας”.
“Αν δεν φύγεις”, πρόσθεσε άγρια ο Ματ, “θα σε ξεμπροστιάσω. Να δεις τι λένε γι’ αυτό οι φίλοι σου στο χωριό”.
Ο Ραντ ευχήθηκε να μην το εννοούσε. Δεν θα έμπλεκε σε φασαρίες μονάχα ο Παιτρ, αλλά και οι δύο τους.
Ο Παιτρ φάνηκε να παίρνει την απειλή στα σοβαρά. Το πρόσωπό του άσπρισε. “Άκουσα τι.. τι έγινε στους Τέσσερις Βασιλιάδες. Ένα μέρος του. Τα νέα ταξιδεύουν. Έχουμε τρόπους να μαθαίνουμε τι γίνεται. Αλλά εδώ δεν υπάρχει κανείς για να σας παγιδεύσει. Είμαι μόνος και... και απλώς θέλω να μιλήσουμε”.
“Για τι;” ρώτησε ο Ματ, ενώ την ίδια στιγμή ο Ραντ έλεγε, “Δεν μας νοιάζει”. Κοιτάχτηκαν και ο Ματ σήκωσε τους ώμους. “Δεν μας νοιάζει”, είπε.
Ο Ραντ ήπιε το γάλα που είχε απομείνει και έχωσε την άκρη του καρβελιού στην τσέπη του. Τώρα που τα χρήματά τους είχαν σχεδόν εξανεμιστεί, ίσως αυτό να ήταν το επόμενο γεύμα τους.
Πώς μπορούσαν να φύγουν από το πανδοχείο; Αν ο Παιτρ ανακάλυπτε πως ο Ματ ήταν σχεδόν τυφλός, θα το έλεγε σε άλλους... στους άλλους Σκοτεινόφιλους. Κάποτε ο Ραντ είχε δει ένα λύκο να ξεκόβει ένα κουτσό πρόβατο από το κοπάδι· υπήρχαν κι άλλοι λύκοι τριγύρω και ο Ραντ δεν μπορούσε ούτε να αφήσει το κοπάδι, ούτε να σημαδέψει με το τόξο το λύκο που κρυβόταν στα φυτά. Μόλις το πρόβατο βρέθηκε μόνο του, βελάζοντας από τρόμο, τρέχοντας ξέφρενα, όσο μπορούσε στα τρία πόδια του, ο ένας λύκος που το κυνηγούσε έγινε, ως δια μαγείας, δέκα. Η ανάμνηση του έφερνε αναγούλα. Και δεν μπορούσαν ούτε να μείνουν εκεί που ήταν. Ακόμα κι αν ο Παιτρ έλεγε αλήθεια πως ήταν μόνος του, πόσο θα έκαναν οι άλλοι να έρθουν;
“Ώρα να φεύγουμε, Ματ”, είπε, και κράτησε την ανάσα του. Καθώς ο Ματ σηκωνόταν, ο Ραντ τράβηξε πάνω του το βλέμμα του Παιτρ, λέγοντας, “Άφησέ μας ήσυχους, Σκοτεινόφιλε. Δεν θα το ξαναπώ. Ά-φη-σέ-μας”.