Ο Παιτρ ξεροκατάπιε και έγειρε πίσω στην καρέκλα του· στο πρόσωπό του δεν είχε απομείνει ούτε στάλα αίμα. Ο Ραντ σκέφτηκε τους Μυρντράαλ.
Όταν ξανακοίταξε τον Ματ, ο Ματ είχε σηκωθεί όρθιος και οι αδέξιες κινήσεις του είχαν περάσει απαρατήρητες. Ο Ραντ κρέμασε βιαστικά στους ώμους του τα σακίδια και τα άλλα δέματα, προσπαθώντας, εν τω μεταξύ, να κρύβει το σπαθί με το μανδύα. Μπορεί ο Παιτρ να ήξερε ήδη γι’ αυτό· μπορεί ο Γκόουντ να το είχε πει στον Μπα’άλζαμον και ο Μπα’άλζαμον να το είχε πει στον Παιτρ· αλλά δεν το πίστευε. Του φαινόταν πως ο Παιτρ είχε μονάχα μια θολή ιδέα για όσα είχαν συμβεί στους Τέσσερις Βασιλιάδες. Γι’ αυτό ήταν τόσο φοβισμένος.
Το περίγραμμα της πόρτας, που ήταν συγκριτικά φωτεινότερο, βοήθησε τον Ματ να πάει κατευθείαν προς τα κει. Ο Ραντ τον ακολούθησε από κοντά, ενώ προσευχόταν να μην σκοντάψει. Ένιωθε ευγνώμων, που ο Ματ είχε ν ακολουθήσει ίσιο δρόμο δίχως εμπόδια, χωρίς τραπέζια ή καρέκλες μπροστά του.
Ο Παιτρ πίσω του ξαφνικά πήδηξε όρθιος. “Περιμένετε”, είπε απεγνωσμένα. “Πρέπει να περιμένετε”.
“Άφησέ μας ήσυχους”, είπε ο Ραντ δίχως να κοιτάξει πίσω. Κόντευαν στην πόρτα και ο Ματ ακόμα δεν είχε σκοντάψει.
“Μα, ακούστε με”, είπε ο Παιτρ και έπιασε τον Ραντ από τον ώμο για να τον σταματήσει.
Εικόνες άστραψαν στο μυαλό του Ραντ. Ο Τρόλοκ, ο Ναργκ, να του επιτίθεται μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Ο Μυρντράαλ να τον απειλεί στο Ελάφι και το Λιοντάρι στο Μπάερλον. Ημιάνθρωποι παντού, Ξέθωροι να τους κυνηγούν στη Σαντάρ Λογκόθ, να τους πλησιάζουν στην Ασπρογέφυρα. Σκοτεινόφιλοι παντού. Στριφογύρισε, το χέρι του σφίχτηκε. “Είπα, άσε μας ήσυχους!” Η γροθιά του πέτυχε τον Παιτρ στη μύτη.
Ο Σκοτεινόφιλος έπεσε με τον πισινό του και έμεινε στο πάτωμα, κοιτάζοντας τον Ραντ. Αίμα κυλούσε από τη μύτη του. “Δεν θα ξεφύγετε”, είπε θυμωμένα. “Όσο δυνατός και να είσαι, ο Μέγας Άρχοντας του Σκότους είναι δυνατότερος. Η Σκιά θα σας καταπιεί!”
Από το βάθος της κοινής αίθουσας ακούστηκε μια πνιχτή κραυγή και ο κρότος του κονταριού μιας σκούπας που έπεφτε στο πάτωμα. Ο ηλικιωμένος με τη σκούπα τελικά τους είχε ακούσει. Στεκόταν κοιτάζοντας τον Παιτρ με γουρλωμένα τα μάτια. Το αίμα είχε χαθεί από το γέρικο πρόσωπό του και το στόμα του ανοιγόκλεινε, αλλά δεν έβγαζε ήχο. Ο Παιτρ τον κοίταξε για μια στιγμή, έπειτα έφτυσε μια βρισιά και πήδηξε όρθιος, βγήκε από το ξενοδοχείο και χύθηκε στο δρόμο, σαν να τον καταδίωκαν πεινασμένοι λύκοι. Ο γέρος έστρεψε την προσοχή του στον Ραντ και τον Ματ, χωρίς να δείχνει λιγότερο φοβισμένος.
Ο Ραντ έβγαλε τον Ματ από το πανδοχείο και τον οδήγησε έξω από το χωριό όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ενώ αφουγκραζόταν μήπως άκουγε ήχους καταδίωξης· και η απουσία της ακουγόταν δυνατή στ’ αυτιά του.
“Μα το αίμα και τις στάχτες”, μούγκρισε ο Ματ, “πάντα είναι κοντά, πάντα ξοπίσω μας. Ποτέ δεν θα ξεφύγουμε”.
“Όχι, δεν είναι κοντά μας”, είπε ο Ραντ. “Αν ο Μπα’άλζαμον ήξερε πως είμαστε εδώ, λες να βασιζόταν σ’ αυτόν τον τύπο; Θα έστελνε έναν άλλο Γκόουντ και είκοσι-τριάντα μπράβους. Ακόμα κυνηγούν, μα δεν θα ξέρουν, παρά μόνο όταν τους το πει ο Παιτρ και μπορεί στ’ αλήθεια να είναι μόνος. Ποιος ξέρει, ίσως αναγκαστεί να πάει ο ίδιος μέχρι τους Τέσσερις Βασιλιάδες”.
“Μα είπε—”
“Δεν με νοιάζει”. Δεν είχε καταλάβει ποιον εννοούσε ο Ματ, αλλά δεν άλλαζε τίποτα. “Δεν θα σταυρώσουμε τα χέρια να περιμένουμε να μας πιάσουν”.
Εκείνη τη μέρα, έξι άτομα σταμάτησαν να τους πάρουν για σύντομες διαδρομές. Ένας αγρότης τους είπε ότι ένας τρελός στο πανδοχείο της Αγοράς του Σέραν ισχυριζόταν πως υπήρχαν Σκοτεινόφιλοι στο χωριό. Ο αγρότης σχεδόν δεν μπορούσε να μιλήσει από τα γέλια· συνεχώς σκούπιζε τα δάκρια από τα μάγουλά του. Σκοτεινόφιλοι στην Αγορά του Σέραν! Ήταν η πιο καλή ιστορία που είχε ακούσει, από τότε που ο Άκλεϋ Φάρεν είχε μεθύσει και είχε περάσει όλη τη νύχτα στη στέγη του πανδοχείου.
Ένας άλλος άνδρας, ένας αμαξουργός, με τα πλαϊνά του κάρου του γεμάτα εργαλεία που κρέμονταν και με δύο ρόδες άμαξας φορτωμένες πίσω, τους είπε διαφορετική ιστορία. Είκοσι Σκοτεινόφιλοι είχαν κάνει σύναξη στην Αγορά του Σέραν. Άνδρες με στρεβλωμένα κορμιά, γυναίκες ακόμα χειρότερες, όλοι πανβρώμικοι και κουρελήδες. Μια ματιά αν σου έριχναν, σου λύνονταν τα γόνατα και το στομάχι σου ανακατευόταν και τα αηδιαστικά γέλια τους αντηχούσαν στ’ αυτιά σου για ώρες και το κεφάλι σου πήγαινε να σπάσει. Τους είχε δει με τα μάτια του, από μακριά, από ασφαλή απόσταση. Αν δεν έκανε κάτι η Βασίλισσα, τότε κάποιος θα έπρεπε να ζητήσει βοήθεια από τα Τέκνα του Φωτός. Κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι.
Ένιωσαν ανακούφιση όταν ο αμαξουργός τους κατέβασε.