Выбрать главу

Με τον ήλιο να χαμηλώνει πίσω τους, μπήκαν σ’ ένα χωριουδάκι, που έμοιαζε πολύ με την Αγορά του Σέραν. Ο Δρόμος του Κάεμλυν χώριζε το χωριό ακριβώς στη μέση, αλλά και στις δύο πλευρές του δρόμου ξεπρόβαλλαν σειρές από τούβλινα σπιτάκια με καλαμοσκεπές. Κλήματα σκέπαζαν τα φύλλα, με αραιά φύλλα. Το χωριό είχε ένα πανδοχείο, ένα μικρό μέρος, που δεν ήταν μεγαλύτερο από το Πανδοχείο της Οινοπηγής, με μια πινακίδα κρεμασμένη μπροστά που έτριζε, καθώς πηγαινοερχόταν στον άνεμο. Ο Άνθρωπος της Βασίλισσας.

Τόσο παράξενο, να σκέφτεται ότι το Πανδοχείο της Οίνοπηγής ήταν μικρό. Ο Ραντ θυμόταν τότε που πίστευε ότι δεν μπορούσαν να υπάρχουν μεγαλύτερα κτίρια. Μόνο τα παλάτια ήταν μεγαλύτερα. Αλλά τώρα είχε δει κάποια πράγματα και ξαφνικά συνειδητοποίησε πως, όταν επέστρεφε στο χωριό, τίποτα δεν θα του φαινόταν το ίδιο. Αν επιστρέψεις ποτέ.

Κοντοστάθηκε μπροστά στο πανδοχείο, αλλά, ακόμα κι αν οι τιμές στον Άνθρωπο της Βασίλισσας ήταν χαμηλότερες από την Αγορά του Σέραμ, οι δυο τους πάλι δεν θα είχαν αρκετά για τροφή ή στέγη.

Ο Ματ είδε πού κοίταζε και χτύπησε την τσέπη με τα πολύχρωμα μπαλάκια του Θομ. “Βλέπω αρκετά καλά, αρκεί να μην δοκιμάσω τίποτα μπερδεμένο”. Τα μάτια του καλυτέρευαν, παρ’ όλο που ακόμα φορούσε το κασκόλ στο μέτωπο και τη μέρα μισόκλεινε τα μάτια, όταν κοίταζε τον ουρανό. Όταν ο Ραντ δεν απάντησε, ο Ματ συνέχισε. “Δεν μπορεί να υπάρχουν Σκοτεινόφιλοι σε όλα τα πανδοχεία από δω ως το Κάεμλυν. Εκτός αυτού, δεν θέλω να κοιμηθώ στους θάμνους, αφού μπορώ να κοιμηθώ σε κρεβάτι”. Όμως δεν έκανε να πλησιάσει το πανδοχείο, απλώς στάθηκε, περιμένοντας τον Ραντ.

Μετά από μια στιγμή, ο Ραντ ένευσε. Ένιωθε πιο κουρασμένος από κάθε άλλη φορά, από τότε που είχαν φύγει από το σπίτι. Τα κόκαλά του πονούσαν και μόνο που σκεφτόταν ότι θα περνούσαν μια νύχτα στο ύπαιθρο. Τώρα σον έρχονται όλα μαζεμένα. Το τρέξιμο, οι ψαρές που κοιτούσες πάνω από τον ώμο σον.

“Δεν μπορεί να είναι παντού”, συμφώνησε.

Με το πρώτο βήμα που έκανε στο πανδοχείο, αναρωτήθηκε μήπως ήταν λάθος του. Το μέρος ήταν καθαρό, μα πήχτρα στον κόσμο. Όλα τα τραπέζια ήταν γεμάτα και μερικοί έγερναν στους τοίχους, επειδή δεν είχαν πουθενά να κάτσουν. Από τον τρόπο που έτρεχαν οι σερβιτόρες ανάμεσα στα τραπέζια με φουριόζικες ματιές —και ο πανδοχέας επίσης— φαινόταν πως η πελατεία ήταν μεγαλύτερη από το συνηθισμένο. Παραήταν πολύς ο κόσμος για ένα τόσο μικρό χωριό. Εύκολα ξεχώριζες όσους δεν ήταν τακτικοί. Δεν ήταν ντυμένοι διαφορετικά από τους άλλους, αλλά πρόσεχαν μόνο το φαγητό και το πιοτό τους. Οι ντόπιοι χάζευαν και τους ξένους.

Ο βόμβος των συζητήσεων κρεμόταν στην ατμόσφαιρα, τόσο που ο πανδοχέας τους πήρε στην κουζίνα, όταν ο Ραντ του έδωσε να καταλάβει πως ήθελε να του μιλήσει. Κι εκεί ήταν σχεδόν τα ίδια, με τον μάγειρα και τους βοηθούς του να βροντούν τα σκεύη και να πηγαινοέρχονται.

Ο πανδοχέας σκούπισε το πρόσωπό του με ένα μεγάλο μαντήλι, “Μάλλον πάτε κι εσείς στο Κάεμλυν για να δείτε τον ψεύτικο Δράκοντα, όπως όλοι οι άλλοι βλάκες του Βασιλείου. Θα είστε έξι στο δωμάτιο και δυο-τρεις στο κρεβάτι, κι αν δεν σας κάνει, δεν έχω τίποτα άλλο για σας”.

Ο Ραντ έπιασε το λογύδριό του νιώθοντας ταραχή. Με τόσους ανθρώπους στο δρόμο, οι μισοί θα μπορούσαν να είναι Σκοτεινόφιλοι και δεν υπήρχε τρόπος να τους καταλάβουν. Ο Ματ επέδειξε την ταχυδακτυλουργική του ικανότητα με τα μπαλάκια ―περιορίστηκε στα τρία μπαλάκια και πάλι ήταν πολύ προσεκτικός- και ο Ραντ έβγαλε το φλάουτο του Θομ. Ο πανδοχέας, έχοντας ακούσει μόνο καμιά δεκαριά νότες από το “Η Γέρικη Μαύρη Αρκούδα”, ένευσε ανυπόμονα.

“Μου κάνετε. Θέλω κάποιον να τους κάνει να ξεχάσουν αυτόν τον Λογκαίν. Είχαμε τρεις καυγάδες ως τώρα για το αν είναι στ’ αλήθεια ο Δράκοντας. Βολέψτε τα πράγματά σας στη γωνία κι εγώ πάω να ετοιμάσω το μέρος που θα παίξετε. Αν έχει χώρο. Βλάκες. Ο κόσμος είναι γεμάτος βλάκες, που δεν τους κόβει να κάτσουν στ’ αυγά τους. Αυτοί κάνουν όλες τις φασαρίες. Ανθρωποι που δεν κάθονται στ’ αυγά τους”. Ξανασκούπισε το πρόσωπό του και βγήκε βιαστικά από την κουζίνα, μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια του.

Ο μάγειρας και οι βοηθοί του δεν έδιναν σημασία στον Ραντ και τον Ματ. Ο Ματ συνεχώς έστρωνε το κασκόλ στο κεφάλι του, το ανέβαζε, κοίταζε το φως ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, το ξανακατέβαζε. Ο Ραντ αναρωτήθηκε αν έβλεπε αρκετά για να κάνει κάτι πιο περίπλοκο από το να παίξει τρία μπαλάκια. Όσα για τον ίδιο...

Ο Ραντ ένιωσε την ταραχή στο στομάχι του να δυναμώνει. Έπεσε σ’ ένα κοντό σκαμνί, κρατώντας το κεφάλι και με τα δύο χέρια. Η κουζίνα του φαινόταν κρύα. Ανατρίχιασε. Ο αέρας ήταν γεμάτος ατμούς· οι κουζίνες και οι φούρνοι έτριζαν από την κάψα. Τα ρίγη του δυνάμωσαν, τα δόντια του χτυπούσαν. Τύλιξε τα χέρια γύρω από το σώμα του, αλλά αυτό δεν τον βοήθησε. Ένιωθε τα κόκαλά του να παγώνουν.