Выбрать главу

Κατάλαβε αμυδρά τον Ματ να τον ρωτά κάτι, να τον τραντάζει από τον ώμο και κάποιον να βρίζει και να βγαίνει τρέχοντας από την κουζίνα. Έπειτα ήταν εκεί και ο πανδοχέας, με τον μάγειρα δίπλα του συνοφρυωμένο και ο Ματ τσακωνόταν μεγαλόφωνα και με τους δύο. Ο Ραντ δεν ξεχώριζε τι έλεγαν οι λέξεις ήταν ένα βουητό στ’ αυτί του και δεν μπορούσε να σκεφτεί.

Ξαφνικά ο Ματ τον έπιασε από το χέρι, τον τράβηξε να σηκωθεί. Όλα τα πράγματά τους ―σακίδια, κουβέρτες, το δέμα του Θομ με τις θήκες των οργάνων— κρεμόταν από τους ώμους του Ματ μαζί με το τόξο του. Ο πανδοχέας τους κοίταζε, σκουπίζοντας ταραγμένος το πρόσωπό του. Ο Ραντ, τρεκλίζοντας, στηριγμένος στον Ματ, άφησε τον φίλο του να τον οδηγήσει στην πίσω πόρτα.

“Σ-σ-συγνώμη, Μ-μ-ματ”, κατάφερε να πει. Δεν μπορούσε να σταματήσει τα δόντια του που χτυπούσαν. “Π-π-πρέπει να... ή-ή-ήταν η... βροχή. Ά-ά-άλη μ-μια... βραδιά έξω... δ-δεν π-πειράζει... νομίζω”. Το λυκόφως απλωνόταν στον ουρανό, με μια χούφτα άστρα να το τρυπούν.

“Κάθε άλλο”, είπε ο Ματ. Προσπαθούσε να φανεί κεφάτος, αλλά ο Ραντ άκουγε την κρυμμένη αγωνία. “Φοβήθηκε ότι θα ακουγόταν πως υπάρχει κάποιος άρρωστος στο πανδοχείο του. Του είπα ότι, αν μας έδιωχνε, θα σε έβγαζα στην κοινή αίθουσα. Τα μισά δωμάτιά του θα άδειαζαν σε δέκα λεπτά. Ό,τι και να λέει για τους βλάκες, αυτό δεν το θέλει”.

“Τότε π-πού;”

“Εδώ”, είπε ο Ματ, κι άνοιξε την πόρτα του στάβλου, με τους μεντεσέδες να τρίζουν δυνατά.

Μέσα ήταν πιο σκοτεινά απ’ όσο έξω και ο αέρας μύριζε άχυρα και σπόρους και άλογα, με μια δυνατή, διάχυτη μυρωδιά κοπριάς. Όταν ο Ματ τον άφησε στο γεμάτο άχυρα πάτωμα, ο Ραντ διπλώθηκε στα δυο, με το στήθος στα γόνατα, τα χέρια του να τον τυλίγουν, τρέμοντας σύγκορμος. Άκουσε τον Ματ να σκοντάφτει και να βρίζει και να σκοντάφτει ξανά και ύστερα ένα μεταλλικό πάταγο. Ξαφνικά άνθισε ένα φως. Ο Ματ ύψωσε μια γέρικη χιλιοχτυπημένη λάμπα.

Αν το πανδοχείο ήταν γεμάτο, το ίδιο ήταν και ο στάβλος. Σε κάθε χώρισμα υπήρχε ένα άλογο και μερικά ύψωσαν το κεφάλι για να δουν το φως. Ο Ματ έριξε μια ματιά στη σκάλα που έβγαζε στο πατάρι με το άχυρο, έπειτα κοίταξε τον Ραντ, που ήταν ζαρωμένος στο πάτωμα και κούνησε το κεφάλι.

“Πού να ανέβεις εκεί πάνω”, μουρμούρισε ο Ματ. Κρέμασε τη λάμπα σ’ ένα καρφί, σκαρφάλωσε τη σκάλα και άρχισε να ρίχνει κάτω αγκαλιές άχυρα. Ξανακατέβηκε βιαστικά, έφτιαξε ένα κρεβάτι στο πίσω μέρος του στάβλου και έβαλε τον Ραντ να ξαπλώσει. Τον σκέπασε και με τους δύο μανδύες τους, αλλά ο Ραντ τους πέταξε σχεδόν αμέσως.

“Ζέστη”, μουρμούρισε. Ήξερε αόριστα ότι μόλις πριν από μια στιγμή κρύωνε, αλλά τώρα ένιωθε σαν να ήταν σε φούρνο. Τράβηξε το γιακά του, τίναξε το κεφάλι του. “Ζέστη”. Ένιωσε το χέρι του Ματ στο μέτωπό του.

“Έρχομαι αμέσως”, είπε ο Ματ κι εξαφανίστηκε.

Έμεινε να στριφογυρίζει με σπασμούς, δεν ήξερε πόση ώρα, ώσπου ο Ματ ξαναγύρισε με ένα φορτωμένο πιάτο στο ένα χέρι, μια κανάτα στο άλλο και δύο άσπρα φλιτζάνια να κρέμονται από τα χερούλια τους από τα δάχτυλά του.

“Δεν έχουν Σοφία εδώ”, είπε, πέφτοντας στα γόνατα πλάι στον Ραντ. Γέμισε ένα φλιτζάνι και το έφερε στο στόμα του Ραντ. Ο Ραντ το ήπιε σαν να είχε μέρες να πιει· έτσι ένιωθε. “Δεν ξέρουν καν τι θα πει Σοφία. Έχουν μια που τη λένε Μάνα-Μπρυν, αλλά σε κάποια γυναίκα έχει πάει να την ξεγεννήσει και κανένας δεν ξέρει πότε θα γυρίσει. Βρήκα ψωμί και τυρί και λουκάνικο. Ο καλός μας ο αφέντης Ίνλοου θα μας δώσει ό,τι θέλουμε, αρκεί να μην μας δουν οι καλεσμένοι του. Να, δοκίμασε λίγο”.

Ο Ραντ γύρισε το κεφάλι μακριά από το φαγητό. Η όψη του, η ίδια η σκέψη του, έκανε το στομάχι του να αναγουλιάζει. Μετά από λίγο, ο Ματ αναστέναξε και κάθισε να φάει. Ο Ραντ κοίταζε αλλού και προσπαθούσε να μην ακούει.

Τον ξανάπιασαν τα ρίγη και μετά ο πυρετός, νια να ξαναπάρουν τη θέση του τα ρίγη και μετά πάλι ο πυρετός. Ό Ματ τον σκέπαζε όταν έτρεμε και του έδινε νερό, όταν παραπονιόταν ότι διψούσε. Η νύχτα κυλούσε και ο στάβλος σάλευε στο τρεμοφέγγισμά της λάμπας. Σκιές έπαιρναν μορφή και κινούνταν μόνες τους. Έπειτα είδε τον Μπα’άλζαμον να προχωρά στο στάβλο, με μάτια πύρινα, ανάμεσα σε δυο Μυρντράαλ, που τα πρόσωπά τους ήταν κρυμμένα βαθιά στις μαύρες κουκούλες τους.

Με τα δάχτυλα να απλώνονται στη λαβή του σπαθιού του, προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος, ουρλιάζοντας, “Ματ! Ματ, ήρθαν! Φως μου, ήρθαν!”

Ο Ματ ξύπνησε μ’ ένα τίναγμα, εκεί που καθόταν με τα πόδια σταυρωμένα κόντρα στον τοίχο. “Τι; Σκοτεινόφιλοι; Πού;”

Ο Ραντ, με γόνατα που έτρεμαν, έδειξε απελπισμένα πιο πέρα στο στάβλο... κι έμεινε χάσκοντας. Εκεί σάλευαν σκιές και ένα άλογο ανεβοκατέβαζε τα πόδια στον ύπνο του. Τίποτα παραπάνω. Ξανάπεσε στα άχυρα.