Выбрать главу

“Μονάχα εμείς είμαστε εδώ”, είπε ο Ματ. “Άσε με να το πάρω”. Άπλωσε το χέρι στη ζώνη του Ματ, αλλά ο Ραντ έσφιξε πιο δυνατά τη λαβή.

“Όχι. Όχι. Πρέπει να το κρατήσω. Είναι ο πατέρας μου. Το καταλαβαίνεις; Είναι ο π-πατέρας μ-μου!” Τον κατέκλυσαν πάλι τα ρίγη, αλλά κρατήθηκε από το σπαθί, σαν να ήταν η σωτηρία του. “Ο π-πατέρας μ-μου!” Ο Ματ δεν ξαναπροσπάθησε να του το πάρει και τον σκέπασε πάλι με τους μανδύες.

Ήρθαν κι άλλες επισκέψεις μέσα στη νύχτα, ενώ ο Ματ κοιμόταν. Ο Ραντ καμιά φορά δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αληθινές ή όχι. Μερικές φορές κοίταζε τον Ματ, που είχε γερμένο το κεφάλι στο στήθος κι αναρωτιόταν αν θα τις έβλεπε κι αυτός, αν ξυπνούσε.

Η Εγκουέν βγήκε από τις σκιές, με τα μαλλιά της τυλιγμένα σε μια μεγάλη, μελαχρινή πλεξούδα, όπως ήταν στο Πεδίο του Έμοντ, με μια πονεμένη, θρηνητική έκφραση στο πρόσωπο. “Γιατί μας εγκατέλειψες;” τον ρώτησε. “Πεθάναμε επειδή μας εγκατέλειψες”.

Ο Ραντ κούνησε αδύναμα το κεφάλι, ξαπλωμένος στα άχυρα. “Όχι, Εγκουέν, δεν ήθελα να σας εγκαταλείψω. Σε παρακαλώ”.

“Πεθάναμε όλοι”, είπε εκείνη θλιβερά, “και ο θάνατος είναι το βασίλειο του Σκοτεινού. Είμαστε στα χέρια του Σκοτεινού, επειδή μας παράτησες”.

“Όχι. Δεν είχα άλλη επιλογή, Εγκουέν. Σε παρακαλώ. Εγκουέν, μην φεύγεις. Γύρνα πίσω, Εγκουέν!”

Μα εκείνη στράφηκε στις σκιές κι έγινε σκιά.

Η έκφραση της Μουαραίν ήταν γαλήνια, αλλά το πρόσωπό της ήταν κατάχλομο. Ο μανδύας της θύμιζε σάβανο και η φωνή της μαστίγιο. “Πολύ σωστά, Ραντ αλ’Θορ. Δεν έχεις επιλογή. Πρέπει να πας στην Ταρ Βάλον, αλλιώς ο Σκοτεινός θα σε κάνει δικό του. Μια αιωνιότητα αλυσοδεμένος στη Σκιά. Μόνο οι Άες Σεντάι μπορούν να σε σώσουν τώρα. Μόνο οι Άες Σεντάι”.

Ο Θομ του χαμογέλασε σαρδόνια. Τα ρούχα του Βάρδου ήταν μαυρισμένα κουρέλια, που τον άφηναν να βλέπει τις λάμψεις, καθώς Ο Θομ πάλευε με τον Ξέθωρο για να τους δώσει χρόνο να ξεφύγουν. Η σάρκα κάτω από τα κουρέλια ήταν καμένη, καρβουνιασμένη. “Αν εμπιστευθείς τις Άες Σεντάι, αγόρι μου, θα εύχεσαι να είχες πεθάνει. Μην ξεχνάς, το τίμημα για τη βοήθεια των Άες Σεντάι είναι πάντα μικρότερο απ’ όσο μπορείς να πιστέψεις, πάντα μεγαλύτερο απ’ όσο μπορείς να φανταστείς. Και ποιο Άτζα θα σε βρει πρώτα, ε; Το Κόκκινο; Ίσως το Μαύρο. Καλύτερα να το βάλεις στα πόδια, αγόρι μου. Βάλε το στα πόδια”.

Το βλέμμα του Λαν ήταν σκληρό σαν γρανίτης και αίμα σκέπαζε το πρόσωπό του. “Παράξενο να βλέπει κανείς σπαθί με το σημάδι του ερωδιού σε χέρια βοσκού. Είσαι άξιός του; Μακάρι να είσαι. Τώρα είσαι μόνος. Δεν έχεις τίποτα να στηριχτείς πίσω σου και τίποτα μπροστά σου και ο καθένας μπορεί να είναι Σκοτεινόφιλος”.

Χαμογέλασε μ’ ένα λυκίσιο χαμόγελο και αίμα χύθηκε από το στόμα του. “Ο καθένας”.

Ήρθε ο Πέριν, κατηγορώντας τον, ικετεύοντας τη βοήθειά του. Η κυρά αλ’Βερ, κλαίγοντας για την κόρη της, και ο Μπέυλ Ντόμον, βρίζοντάς τον που είχε φέρει τους Ξέθωρους στο πλοίο του, και ο αφέντης Φιτς, που έσφιγγε τα χέρια του πάνω από τις στάχτες του πανδοχείου του, και η Μιν, που ούρλιαζε στην αρπάγη ενός Τρόλοκ, άνθρωποι που ήξερε, άνθρωποι που μόλις τους είχε γνωρίσει. Αλλά το χειρότερο ήταν ο Ταμ. Ο Ταμ στεκόταν από πάνω του, σμίγοντας τα φρύδια και κουνώντας το κεφάλι και δεν έλεγε λέξη.

“Πρέπει να μου πεις”, τον ικέτεψε ο Ραντ. “Ποιος είμαι; Πες μου, σε παρακαλώ. Ποιος είμαι; Ποιος είμαι;” φώναξε.

“Ησύχασε, Ραντ”.

Ο Ραντ, για μια στιγμή, πίστεψε πως του απαντούσε ο Ταμ, ύστερα, όμως, είδε ότι ο Ταμ είχε χαθεί. Ο Ματ έσκυβε από πάνω του, υψώνοντας ένα κύπελλο με νερό στα χείλη του.

“Μην ξεσηκώνεσαι. Είσαι ο Ραντ αλ’Θορ, να ποιος, ο πιο κακάσχημος και ο πιο ξεροκέφαλος στους Δύο Ποταμούς. Για δες, ίδρωσες! Έπεσε ο πυρετός”.

“Ο Ραντ αλ’Θορ;” ψιθύρισε ο Ραντ. Ο Ματ ένευσε· ο Ραντ ένιωσε τόση ανακούφιση, που αποκοιμήθηκε δίχως καν να πιει το νερό.

Ήταν ένας ύπνος ανενόχλητος από όνειρα —τουλάχιστον απ’ όσο θυμόταν- αλλά τόσο ανάλαφρος, που τα μάτια του Ραντ άνοιγαν κάθε φορά που ο Ματ ερχόταν να δει πως ήταν. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκε, αν τελικά ο Ματ κατόρθωνε καθόλου να κοιμηθεί, αλλά αποκοιμήθηκε πάλι, πριν το καλοσκεφτεί.

Η στριγκλιά των μεντεσέδων της πόρτας τον ξύπνησε για τα ’ καλά, αλλά στην αρχή έμεινε ξαπλωμένος στα άχυρα κι ευχόταν να κοιμόταν ακόμα. Όταν κοιμόταν δεν ένιωθε το σώμα του. Οι μύες του πονούσαν σαν στραγγισμένα κουρέλια και δεν του έμενε στάλα δύναμη. Προσπάθησε αδύναμα να σηκώσει το κεφάλι· το κατάφερε με τη δεύτερη προσπάθεια.

Ο Ματ καθόταν στη συνηθισμένη θέση του, ακουμπώντας στον τοίχο, μισό βήμα πέρα από τον Ραντ. Το σαγόνι του έγερνε στο στήθος του, που υψωνόταν κι έπεφτε με τον ομαλό ρυθμό του βαθιού ύπνου. Το μαντήλι είχε γλιστρήσει κι έκρυβε τα μάτια του.