Ο Ραντ κοίταξε την πόρτα.
Μια γυναίκα στεκόταν εκεί, κρατώντας την ανοιχτή με το χέρι. Στην αρχή φάνηκε μονάχα σαν μια σκοτεινή μορφή με φόρεμα, με το περίγραμμα να διαγράφεται στο θαμπό φως πριν την αυγή και μετά μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ο Ραντ στο φως της λάμπας την είδε πιο καθαρά. Έμοιαζε συνομήλικη της Νυνάβε, έτσι του φάνηκε, αλλά δεν ήταν χωρική. Το ανοιχτοπράσινο μετάξι του φορέματός της τρεμόπαιζε καθώς περπατούσε. Ο μανδύας της είχε ένα λαμπερό, απαλό γκρίζο χρώμα και ένα καλοδουλεμένο δαντελένιο διχτάκι κρατούσε τα μαλλιά της. Έπαιξε με το βαρύ χρυσό περιδέραιό της, καθώς κόιταζε σκεφτικά τον Ματ και τον Ραντ.
“Ματ”, είπε ο Ραντ, και μετά, πιο δυνατά, “Ματ!”
Ο Ματ ξεφύσηξε και παραλίγο θα έπεφτε καθώς ξυπνούσε. Έτριψε τα νυσταγμένα μάτια του και κοίταξε τη γυναίκα.
“Ήρθα να δω το άλογό μου”, είπε εκείνη, κάνοντας μια αόριστη χειρονομία προς τα χωρίσματα. Όμως δεν πήρε τα μάτια της από πάνω τους. Είσαι άρρωστος;”
“Μια χαρά είναι”, είπε ο Ματ μουδιασμένα. “Κρύωσε από τη βροχή, αυτό είναι όλο”.
“Ίσως θα έπρεπε να τον κοιτάξω”, είπε εκείνη. “Κάτι ξέρω από...”
Ο Ραντ αναρωτήθηκε μήπως ήταν Άες Σεντάι. Δεν ήταν μόνο τα ρούχα της εκτός τόπου, αλλά και το όλο αυτοπεποίθηση φέρσιμό της, ο τρόπος που ύψωνε το κεφάλι, σαν να ήταν έτοιμη να δώσει διαταγές. Και αν είναι Άες Σεντάι, από ποιο Άτζα;
“Είμαι καλά τώρα”, της είπε. “Στ’ αλήθεια, δεν είναι ανάγκη”.
Εκείνη όμως προχώρησε στο. στάβλο, ανασηκώνοντας το φόρεμά της και πατώντας προσεκτικά με τα γκρίζα, ελαφρά παπούτσια της. Γονάτισε πλάι του, κάνοντας μια γκριμάτσα όταν ένιωσε το άχυρο και άγγιξε το μέτωπό του.
“Δεν έχεις πυρετό”, του είπε, μελετώντας τον με σμιγμένα τα φρύδια. Ήταν όμορφη, αν και με σκληρά χαρακτηριστικά, αλλά δεν είχε καθόλου ζεστασιά το πρόσωπό της. Μα ούτε και φαινόταν ψυχρό· απλώς δεν έδειχνε να διαθέτει το παραμικρό συναίσθημα.
“Όμως ήσουν άρρωστος. Ναι. Ναι. Κι ακόμα αδύναμος, σαν μωρό. Νομίζω...” Έχωσε το χέρι στο μανδύα της και ξαφνικά όλα έγιναν τόσο γρήγορα, που ο Ραντ το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να βγάλει μια πνιγμένη κραυγή.
Το χέρι της βγήκε αστραπιαία από το μανδύα της· κάτι έλαμψε, καθώς η γυναίκα ορμούσε στον Ματ περνώντας πάνω από τον Ραντ. Ο Ματ έπεσε στο πλάι με μια σειρά απότομων κινήσεων και ακούστηκε ο μουντός κρότος μετάλλου που χώνεται σε ξύλο. Όλα έγιναν σε μια στιγμή και ύστερα επικράτησε ησυχία.
Ο Ματ ήταν μισοξαπλωμένος, με το ένα χέρι να σφίγγει τον καρπό της, λίγο πάνω από το εγχειρίδιο που είχε καρφώσει η γυναίκα στο σημείο του τοίχου όπου πριν βρισκόταν το στήθος του και με το άλλο χέρι του κρατούσε τη λεπίδα από τη Σαντάρ Λογκόθ στο λαιμό της.
Η γυναίκα, χωρίς να κουνά τίποτα άλλο εκτός από τα μάτια της, προσπάθησε να κοιτάξει το εγχειρίδιο που κρατούσε ο Ματ. Γούρλωσε τα μάτια της, πήρε μια τραχιά ανάσα και προσπάθησε να κάνει πίσω, αλλά ο Ματ δεν ξεκόλλησε το λεπίδα από το δέρμα της. Τότε η γυναίκα έμεινε ασάλευτη, σαν άγαλμα.
Ο Ραντ έγλειψε τα χείλη και κοίταξε τη σκηνή πάνω του. Του φαινόταν πως, ακόμα κι αν δεν ήταν τόσο αδύναμος, δεν θα μπορούσε να σαλέψει. Έπειτα το βλέμμα του έπεσε στο εγχειρίδιό της και το στόμα του ξεράθηκε. Το ξύλο γύρω από τη λεπίδα μαύριζε. Λεπτά πλοκάμια καπνού υψώνονταν από τη μαυρισμένη περιοχή.
“Ματ! Ματ, το εγχειρίδιό της!”
Ο Ματ έριξε μια ματιά, έπειτα ξανακοίταξε τη γυναίκα, αλλά αυτή δεν είχε κουνηθεί. Έγλειφε τα χείλη της νευρικά. Ο Ματ της έβγαλε με βία το χέρι από τη λαβή και την έσπρωξε. Εκείνη έγειρε πίσω, σωριάστηκε κάτω και στηρίχτηκε, φέρνοντας τα χέρια πίσω της, κοιτάζοντας ακόμα τη λεπίδα στο χέρι του. “Μην κουνηθείς ρούπι”, της είπε. “Θα σε μαχαιρώσω αν κουνηθείς. Πίστεψέ με, θα το κάνω”. Εκείνη ένευσε αργά· τα μάτια της δεν άφησαν στιγμή το εγχειρίδιο του Ματ. “Πρόσεχέ την, Ραντ”.
Ο Ραντ δεν ήξερε τι θα έκανε, αν η γυναίκα σηκωνόταν —μπορεί να φώναζε· το σίγουρο ήταν πως δεν θα μπορούσε να την καταδιώξει, αν το έσκαγε— αλλά εκείνη κάθισε εκεί ασάλευτη και ο Ματ ξεκόλλησε το εγχειρίδιό της από τον τοίχο. Η μαύρη περιοχή σταμάτησε να μεγαλώνει, αν και συνέχισε να βγαίνει αμυδρός καπνός.
Ο Ματ κοίταξε γύρω του να βρει μέρος για να βάλει το εγχειρίδιο και μετά το έδωσε στον Ραντ. Εκείνος το πήρε επιφυλακτικά, σαν να ήταν ζωντανή οχιά. Φαινόταν συνηθισμένο, αν και περίτεχνα διακοσμημένο, είχε κάτασπρη φιλντισένια λαβή και στενή, αστραφτερή λεπίδα, όχι μεγαλύτερη από την παλάμη του. Δεν ήταν παρά ένα εγχειρίδιο. Όμως είχε δει τι μπορούσε να κάνει. Η λαβή δεν ήταν καν ζεστή, αλλά το χέρι του άρχισε να ιδρώνει. ’Ηλπισε να μην του έπεφτε στα άχυρα.