Выбрать главу

Η γυναίκα δεν σάλεψε από κει που ήταν πεσμένη, καθώς έβλεπε τον Ματ να στρέφεται αργά προς το μέρος της. Τον κοίταξε, σαν αναρωτιόταν ποιες θα ήταν οι επόμενες κινήσεις του, αλλά ο Ραντ είδε το βλέμμα του Ματ να σκληραίνει ξαφνικά, είδε το χέρι του να σφίγγει δυνατά το εγχειρίδιο. “Ματ, όχι!”

“Προσπάθησε να με σκοτώσει, Ραντ. Θα σκότωνε κι εσένα. Είναι Σκοτεινόφιλη”. Ο Ματ πρόφερε τη λέξη σαν να έφτυνε.

“Αλλά εμείς δεν είμαστε τέτοιοι”, είπε ο Ραντ. Η γυναίκα άφησε μια πνιγμένη φωνή, σαν να είχε συνειδητοποιήσει μόλις τώρα τι σκόπευε να κάνει ο Ματ. “Δεν είμαστε τέτοιοι, Ματ”.

Ο Ματ, για μια στιγμή, έμεινε παγωμένος, με τη λεπίδα στο χέρι του να καθρεφτίζει το φως της λάμπας. Έπειτα ένευσε. “Πήγαινε κατά κει”, είπε στη γυναίκα, δείχνοντας με το εγχειρίδιο την πόρτα που έβγαζε στην αίθουσα όπου πετάλωναν τα άλογα.

Εκείνη σηκώθηκε αργά, κοντοστάθηκε για να τινάξει τα άχυρα από το φόρεμά της. Ακόμα κι όταν προχώρησε προς την κατεύθυνση που της είχε δείξει ο Ματ, βάδιζε αργά, σαν να μην υπήρχε λόγος να βιαστεί. Αλλά ο Ραντ πρόσεξε πως κοίταζε επιφυλακτικά το εγχειρίδιο με το ρουμπίνι στη λαβή που κρατούσε ο Ματ. “Θα ’πρεπε να πάψετε να αντιστέκεστε”, είπε η γυναίκα. “Θα ήταν το καλύτερο, τελικά. Θα δείτε”.

“Το καλύτερο;” είπε ειρωνικά ο Ματ, τρίβοντας το στήθος του στο σημείο που θα χωνόταν η λεπίδα της, αν δεν την είχε αποφύγει. “Πήγαινε εκεί”.

Εκείνη σήκωσε τους ώμους της και υπάκουσε. “Αυτό ήταν σφάλμα. Υπάρχει μεγάλη... σύγχυση για το τι έπαθε εκείνος ο εγωιστής ο Γκόουντ. Για να μην αναφέρω τον ηλίθιο που προκάλεσε πανικό στην Αγορά του Σέραν, όποιος κι αν ήταν. Κανένας δεν ξέρει πώς και τι συνέβη εκεί. Αυτό σημαίνει ότι η κατάσταση γίνεται πιο επικίνδυνη για σας, δεν καταλαβαίνετε; Θα έχετε τιμητικές θέσεις, αν έρθετε στον Μέγα Άρχοντα ελεύθερα με τη θέληση σας, αλλά, όσο τρέχετε, θα βρίσκεστε υπό καταδίωξη και ποιος ξέρει τι μπορεί να συμβεί τότε;”

Ο Ραντ ένιωσε ρίγος. Τα λαγωνικά μου ζηλεύουν και ίσως σε δαγκώσουν.

“Δηλαδή σας στρίμωξαν δυο χωριατόπαιδα”. Ο Ματ γέλασε βλοσυρά. “Μπορεί εσείς οι Σκοτεινόφιλοι να μην είστε τόσο επικίνδυνοι όσο μου έλεγαν”. Ανοιξε διάπλατα την πόρτα της αίθουσας όπου πετάλωναν τα άλογα και έκανε ένα βήμα πίσω.

Εκείνη έκανε ένα βήμα στην αίθουσα και κοντοστάθηκε, κοιτάζοντας τον πάνω από τον ώμο της. Το βλέμμα της ήταν πάγος και η φωνή της ακόμα πιο παγερή. “Θα μάθετε πόσο επικίνδυνοι είμαστε. Όταν έρθει εδώ ο Μυρντράαλ—”

Τα λόγια της, ό,τι κι αν ήθελε να πει, κόπηκαν απότομα, όταν ο Ματ βρόντηξε την πόρτα και τη σύρτωσε. Όταν γύρισε προς τον Ραντ, είχε ένα ανήσυχο βλέμμα. “Ξέθωρος”, είπε δαγκωμένα, ξαναχώνοντας το εγχειρίδιο στο παλτό του. “Έρχεται εδώ, λέει. Πώς είναι τα πόδια σου;”

“Δεν μπορώ να χορέψω”, μουρμούρισε ο Ραντ, “αλλά, αν μου δώσεις ένα χεράκι να σηκωθώ, θα καταφέρω να περπατήσω”. Κοίταξε τη λεπίδα που κρατούσε και ανατρίχιασε, “Μα το αίμα και τις στάχτες, θα τρέξω”.

Ο Ματ φορτώθηκε βιαστικά τα πράγματά τους και τράβηξε τον Ραντ για να σηκωθεί. Τα πόδια του Ραντ τρεμούλιαζαν και αναγκαζόταν να στηρίζεται στον φίλο του για να μην πέσει, αλλά προσπάθησε να μην τον καθυστερεί. Κράτησε το εγχειρίδιο της γυναίκας σε κάποια απόσταση από το σώμα του. Πέρα από την πόρτα υπήρχε ένας κουβάς με νερό. Πέταξε εκεί το εγχειρίδιο καθώς περνούσαν. Όταν η λεπίδα μπήκε στο νερό, ακούστηκε ένα τσίριγμα και υψώθηκε ατμός. Ο Ραντ έκανε μια γκριμάτσα και προσπάθησε να ταχύνει το βήμα του.

Τώρα που είχε έρθει το φως, υπήρχε αρκετός κόσμος στους δρόμους, ακόμα καν τόσο νωρίς. Πήγαιναν στις δουλειές τους όμως και κανένας δεν προλάβαινε να κοιτάξει δύο νεαρούς που έφευγαν από το χωριό, μιας και κυκλοφορούσαν τόσοι ξένοι. Ο Ραντ, πάντως, έσφιξε τους μύες του και προσπάθησε να ισιώσει το κορμί του. Με κάθε βήμα που έκανε αναρωτιόταν μήπως κάποιοι από τους ανθρώπους που έτρεχαν ήταν Σκοτεινόφιλοι. Μήπως κάποιοι περιμένουν τη γυναίκα με το εγχειρίδιο; Μήπως τον Ξέθωρο;

Ένα μίλι έξω από το χωριό, η δύναμή του εξαντλήθηκε. Τη μια στιγμή προχωρούσε λαχανιασμένος, κρεμασμένος από τον Ματ· την άλλη, ήταν και οι δυο σωριασμένοι στο χώμα. Ο Ματ τον τράβηξε στην άκρη του δρόμου.

“Πρέπει να συνεχίσουμε”, είπε ο Ματ. Έξυσε τα μαλλιά του, έπειτα τράβηξε το κασκόλ χαμηλά, λίγο πάνω από τα μάτια του. “Κάποια στιγμή κάποιος θα την ξεκλειδώσει και μετά θα μας ξαναπιάσουν στο κυνήγι”.

“Το ξέρω”, είπε λαχανιασμένος ο Ραντ. “Το ξέρω. Βάλε ένα χεράκι”.

Ο Ματ τον τράβηξε να σηκωθεί, αλλά ο Ραντ έμεινε εκεί, τρέμοντας, καταλαβαίνοντας ότι έτσι δεν έβγαινε τίποτα. Ένα βήμα να ’κανε, θα έπεφτε πάλι κατάμουτρα.