Выбрать главу

Ο Ματ τον συγκράτησε και στάθηκε, περιμένοντας ανυπόμονα να τους περάσει ένα κάρο με άλογα που ερχόταν από το χωριό. Γρύλισε με έκπληξη, όταν το κάρο έκοψε ταχύτητα και σταμάτησε μπροστά τους. Ένας άνδρας με τραχύ πρόσωπο τους κοίταξε από τη θέση του οδηγού.

“Έπαθε τίποτα;” ρώτησε ο άνδρας δαγκώνοντας την πίπα του.

“Μονάχα κουρασμένος είναι”, είπε ο Ματ.

Ο Ραντ είδε ότι αυτή η εξήγηση δεν έφτανε, έτσι όπως στηριζόταν στον Ματ. Άφησε τον Ματ και έκανε ένα βήμα παραπέρα. Τα πόδια του τρεμούλιασαν, αλλά έβαλε όλη του τη βούληση για να μείνει όρθιος. “Έχω να κοιμηθώ δυο μέρες”, είπε. “Έφαγα κάτι που με πείραξε. Τώρα είμαι καλύτερα, αλλά δεν έχω κοιμηθεί”.

Ο άνδρας φύσηξε ένα σύννεφο καπνού από την άκρη του στόματός τον. “Πάτε στο Κάεμλυν, ε; Αν είχα τα χρόνια σας, μπορεί να πήγαινα κι εγώ να δω αυτόν τον ψεύτικο Δράκοντα”.

“Ναι”. Ο Ματ ένευσε. “Αυτό είναι. Πάμε να δούμε τον ψεύτικο Δράκοντα”.

“Ανεβείτε λοιπόν. Ο φίλος σου πίσω. Αν τον ξαναπιάσει, καλύτερα να είναι στα άχυρα, όχι εδώ. Με λένε Χάυαμ Κιτς”.

34

Το Τελευταίο Χωριό

Είχε πέσει το σκοτάδι όταν έφτασαν στο Κάρυσφορντ κι ήταν πιο αργά απ’ όσο είχε υπολογίσει ο Ραντ, απ’ αυτά που τους είχε πει ο αφέντης Κιντς, όταν τους κατέβαζε. Αναρωτήθηκε μήπως είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Μόνο τρεις μέρες είχαν περάσει από τον Χάουαλ Γκόουντ και τους Τέσσερις Βασιλιάδες, δύο από τότε που ο Παιτρ τους είχε ξαφνιάσει στην Αγορά του Σέραν. Μια μερούλα μόνο, από τότε που είχε αποπειραθεί να τους σκοτώσει η ανώνυμη Σκοτεινόφιλη στο στάβλο του Ανθρώπου της Βασίλισσας, μα, ακόμα κι αυτό, έμοιαζε να είναι πριν ένα χρόνο, πριν μια ολόκληρη ζωή.

Ό,τι και να είχε πάθει ο χρόνος, το Κάρυσφορντ έδειχνε αρκετά φυσιολογικό, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Φροντισμένα σπιτάκια γεμάτα κλήματα και φτιαγμένα από κόκκινα τούβλα· στενοί δρόμοι ―με εξαίρεση τον Δρόμο του Κάεμλυν- που έδειχναν ειρηνικοί και ήσυχοι. Μα τι υπήρχε πέρα απ’ οντά που φαινόταν; Αναρωτήθηκε. Η Αγορά του Σέραν έμοιαζε γαλήνια, το ίδιο και το χωριό στο οποίο εκείνη η γυναίκα... Δεν είχε μάθει το όνομά της και τώρα δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται.

Φως χυνόταν από τα παράθυρα των σπιτιών, σε δρόμους που ήταν σχεδόν άδειοι από κόσμο. Αυτό τον βόλευε. Γλιστρούσε από γωνιά σε γωνιά και απέφευγε τους λίγους ανθρώπους που κυκλοφορούσαν. Ο Ματ ήταν κολλημένος στον ώμο του, πάγωνε, όταν τα χαλίκια που έτριζαν ανακοίνωναν την παρουσία κάποιου χωρικού, έτρεχε από σκιά σε σκιά, όταν η αμυδρή μορφή είχε περάσει.

Ο ποταμός Κάρυ εδώ είχε πλάτος, το πολύ, τριάντα βήματα και τα μαύρα νερά κυλούσαν νωθρά, αλλά πάνω στον πόρο κάποτε είχαν φτιάξει γέφυρα Με τους αιώνες, η βροχή και ο άνεμος είχαν φθείρει τα πέτρινα υποστηρίγματα και είχαν καταλήξει να μοιάζουν με φυσικούς σχηματισμούς. Με τα χρόνια, οι άμαξες και τα καραβάνια των εμπόρων είχαν φάει και τα χοντρά δοκάρια. Χαλαρές σανίδες κροτάλιζαν κάτω από τις μπόχες τους, ηχώντας δυνατά, σαν τύμπανα. Ακόμα και ώρα πολλή μετά, όταν είχαν περάσει το χωριό και είχαν βγει στην ύπαιθροι στην άλλη μεριά, ο Ραντ περίμενε ότι θα άκουγε κάποια φωνή να τους ρωτά ποιοι ήταν. Ή, ακόμα χειρότερα, να ξέρει ποιοι ήταν.

’Οσο προχωρούσαν, η ύπαιθρος ήταν όλο και λιγότερο έρημη, όλο και πιο γεμάτη ίχνη ανθρώπινης παρουσίας. Πάντα φαίνονταν φώτα από αγροικίες. Φράχτες από θάμνους, ή από σύρμα έκλειναν το δρόμο και τα χωράφια παραπέρα. Υπήρχαν παντού χωράφια και πουθενά τμήμα δάσους που να πλησιάζει το δρόμο. Έμοιαζαν να είναι πάντα στην είσοδο χωριού, ακόμα κι όταν απείχαν ώρες από το κοντινότερο. Όλα τακτικά και γαλήνια. Δίχως το παραμικρό σημάδι ότι μπορεί να καραδοκούσαν Σκοτεινόφιλοι, ή κάτι χειρότερο.

Ο Ματ, ξαφνικά, κάθισε στο δρόμο. Είχε ανεβάσει το κασκόλ ψηλά στο κεφάλι, τώρα που το μόνο φως ήταν του φεγγαριού. “Δύο βήματα, μια απλωσιά”, μουρμούρισε. “Χίλιες απλωσιές το μίλι, τέσσερα μίλια η λεύγα... Δεν κάνω ούτε δέκα βήματα πιο πέρα, αν δεν υπάρχει εκεί μέρος για να κοιμηθώ. Και δεν θα ‘ ’λεγα όχι για ένα πιάτο φαΐ. Δεν πιστεύω να κρύβεις τίποτα στις τσέπες σου, ε; Κάνα μηλαράκι; Δεν θα σου κρατήσω κακία αν έχεις. Τουλάχιστον ψάξε”.

Ο Ραντ κοίταξε το δρόμο, μπροστά και πίσω τους. Το μόνο που σάλευε μέσα στη νύχτα ήταν οι δυο τους. Έριξε μια ματιά στον Ματ, που είχε βγάλει τη μπότα και έτριβε το πόδια του. Οι δυο τους ήταν το μόνο που σάλευε ως τώρα. Και τα δικά του πόδια πονούσαν. Ένα τρέμουλο ανηφόρισε στους μηρούς του, σαν να ήθελε να του πει πως δεν είχε ξαναβρεί όλη του τη δύναμη, όπως έλπιζε.

Σκοτεινοί όγκοι στέκονταν σε ένα χωράφι λίγο πιο μπροστά τους. Θημωνιές, που είχαν μικρύνει, μιας και όλο το χειμώνα οι αγρότες έπαιρναν από κει άχυρο για να ταΐσουν τα ζωντανά, αλλά δεν έπαυαν να είναι θημωνιές.