Σκούντησε τον Ματ με το δάχτυλο του ποδιού του. “Εκεί θα κοιμηθούμε”.
“Πάλι θημωνιές”, είπε ο Ματ αναστενάζοντας, αλλά φόρεσε τη μπότα του και σηκώθηκε.
Ο άνεμος δυνάμωνε, η νύχτα ψύχραινε. Σκαρφάλωσαν τους λείους πάσσαλους του φράχτη και χώθηκαν γρήγορα στα άχυρα. Ο μουσαμάς, που προστάτευε τα άχυρα από τη βροχή, έκοβε επίσης τον άνεμο.
Ο Ραντ στριφογύρισε στη γούβα που είχε ανοίξει, ώσπου βρήκε βολική θέση. Ο σανός τρύπωνε μέσα από τα ρούχα του, αλλά είχε μάθει να τον ανέχεται. Προσπάθησε να μετρήσει τις θημωνιές στις οποίες είχε κοιμηθεί μετά την Ασπρογέφυρα. Οι ήρωες των ιστοριών ποτέ δεν αναγκάζονταν να κοιμηθούν σε θημωνιές, ή κάτω από τους φράχτες των θάμνων. Αλλά δεν ήταν πιο εύκολο να υποκρίνεται πως ήταν ήρωας ιστορίας, έστω και για λίγο. Αναστέναξε και σήκωσε το γιακά του, ελπίζοντας να εμποδίσει τα άχυρα που χώνονταν στην πλάτη του.
“Ραντ;” είπε απαλά ο Ματ. “Ραντ, λες να φτάσουμε;”
“Στην Ταρ Βάλον; Είναι μακριά ακόμα, αλλά—”
“Στο Κάεμλυν. Λες να φτάσουμε στο Κάεμλυν;”
Ο Ραντ σήκωσε το κεφάλι, αλλά η σπηλίτσα τους ήταν σκοτεινή· μόνο η φωνή του φανέρωνε πού ήταν ο Ματ. “Ο αφέντης Κιντς είπε δυο μέρες. Μεθαύριο, την παράλλη, θα φτάσουμε”.
“Αν δεν μας περιμένουν εκατό Σκοτεινόφιλοι στο δρόμο, ή κάνας-δυο Ξέθωροι”. Έμειναν σιωπηλοί για μια στιγμή και μετά ο Ματ είπε, “Νομίζω πώς είμαστε οι τελευταίοι που μείναμε, Ραντ”. Ακουγόταν φοβισμένος. “Ό,τι και να σημαίνουν όλα αυτά, τώρα είμαστε μονάχα εμείς οι δύο. Μονάχα εμείς”.
Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. Ήξερε ότι ο Ματ δεν τον έβλεπε στο σκοτάδι, αλλά η κίνηση πιο πολύ απευθυνόταν στον ίδιο. “Κοιμήσου, Ματ”, είπε κουρασμένα. Αλλά ο ίδιος έμεινε πολλή ώρα ξύπνιος, πριν τον πιάσει ο ύπνος. Μονάχα εμείς.
Το λάλημα ενός κόκορα τον ξύπνησε και βγήκε στην ψεύτικη αυγή, τινάζοντας άχυρα από τα ρούχα του. Παρά τις προφυλάξεις, μερικά είχαν χωθεί στη ράχη του· κολλούσαν ανάμεσα στους ώμους και τον φαγούριζαν. Έβγαλε το παλτό του και τράβηξε το πουκάμισο από το παντελόνι για τα φτάσει. Με το ένα χέρι να κατεβαίνει πίσω από το σβέρκο και το άλλο λυγισμένο να ανεβαίνει πίσω στην πλάτη του, κατάλαβε ότι υπήρχε κόσμος.
Ο ήλιος ακόμα δεν είχε βγει, αλλά ήδη ένα ανθρώπινο ποταμάκι κυλούσε στο δρόμο, άνθρωποι ένας-ένας και δύο-δύο, που προχωρούσαν αργά προς το Κάεμλυν, μερικοί με σακίδια ή μπόγους στην πλάτη, άλλοι μονάχα μ’ ένα ραβδί, αν το είχαν κι αυτό. Οι περισσότεροι ήταν νεαροί, αλλά, εδώ κι εκεί, υπήρχε κάποια κοπέλα, ή κάποιος μεγαλύτερος άνδρας. Όλοι είχαν πολυταξιδεμένη όψη, έμοιαζαν να έχουν κάνει πολύ δρόμο με τα πόδια. Μερικοί είχαν το βλέμμα σκυμμένο στα πόδια και οι ώμοι τους καμπούριαζαν κουρασμένα, αν και ήταν ακόμα νωρίς· άλλοι ατένιζαν κάτι αθέατο μπροστά τους, κάτι προς την αυγή.
Ο Ματ βγήκε από τη θημωνιά, ενώ ξυνόταν μετά μανίας. Κοντοστάθηκε για να τυλίξει το κασκόλ γύρω από το κεφάλι του· σήμερα το ρούχο σκίαζε κάπως λιγότερο τα μάτια του. “Λες σήμερα να βρούμε τίποτα να φάμε;”
Το στομάχι του Ραντ γουργούρισε συμπονετικά. “Θα το σκεφτούμε στο δρόμο”. Έσιαξε τα ρούχα του βιαστικά και πήρε τα πράγματά του από τη θημωνιά.
Όταν έφτασαν στο φράχτη κι ο Ματ είχε προσέξει τους ανθρώπους. Έσμιξε τα φρύδια, σταμάτησε στο χωράφι, ενώ ο Ραντ σκαρφάλωνε. Ένας νεαρός, όχι πολύ μεγαλύτερός τους, τους έριξε μια ματιά καθώς περνούσε. Τα ρούχα του ήταν σκονισμένα, το ίδιο και η κουβέρτα που είχε τυλιγμένη στην πλάτη του.
“Πού πας;” ρώτησε ο Ματ.
“Μα, στο Κάεμλυν, να δω τον Δράκοντα”, φώναξε ο άλλος, χωρίς να σταματήσει. Κοίταξε υψώνοντας το φρύδι τις κουβέρτες και τα σακίδια, που κρέμονταν από τους ώμους τους και πρόσθεσε, “Όπως και σεις”. Γέλασε προχωρώντας και τα μάτια του στράφηκαν μπροστά με προσμονή.
Ο Ματ ξαναρώτησε το ίδιο αρκετές φορές εκείνη τη μέρα και οι μόνοι που δεν έδωσαν περίπου όμοια απάντηση ήταν ντόπιοι. Εκείνοι, αν απαντούσαν, μόνη τους απάντηση ήταν να φτύσουν και να κοιτάξουν αλλού με αηδία. Στρέφονταν άλλου, αλλά, επίσης, είχαν το νου τους. Κοίταζαν τους ταξιδιώτες με τον ίδιο τρόπο, από την άκρη του ματιού τους. Τα πρόσωπά τους έλεγαν πως οι ξένοι ήταν ικανοί για όλα, αν δεν τους πρόσεχες.
Οι ντόπιοι, όχι μόνο ήταν επιφυλακτικοί μπροστά στους ξένους, αλλά και έμοιαζαν να έχουν προβλήματα μαζί τους. Υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι στο δρόμο, αρκετά σκορπισμένοι και, όταν εμφανίζονταν τα κάρα και οι άμαξες των αγροτών με τον ήλιο να κρυφοκοιτάζει πάνω από τον ορίζοντα, ακόμα και ο συνηθισμένος αργός ρυθμός τους βράδυνε ακόμα περισσότερο. Κανείς τους δεν είχε διάθεση να πάρει μαζί του κάποιον ταξιδιώτη. Πιθανότερη απόκριση ήταν μια ξινή γκριμάτσα και μια βλαστήμια για τη δουλειά που έχαναν.