Выбрать главу

Οι άμαξες των εμπόρων προχωρούσαν, με μοναδικό εμπόδιο κάποιες υψωμένες γροθιές, είτε πήγαιναν προς το Κάεμλυν, είτε έρχονταν από κει. Όταν εμφανίστηκε το πρώτο καραβάνι εμπόρων, νωρίς το πρωί, τους πλησίασε με ταχύ ρυθμό, ενώ ο ήλιος μόλις είχε ξεπροβάλει πάνω από τον ορίζοντα πίσω από τα κάρα και ο Ραντ βγήκε από το δρόμο. Δεν έδειχναν να κόβουν ταχύτητα για οποιοδήποτε λόγο και είδε και άλλους να παραμερίζουν. Πήγε ως την άκρη, αλλά συνέχισε να περπατά.

Η μόνη προειδοποίηση που είχε ήταν μια αδιόρατη κίνηση, καθώς η πρώτη άμαξα πλησίαζε μ’ ένα μπουμπουνητό. Ρίχτηκε στο χώμα, ενώ το μαστίγιο του αμαξά έσκαγε στον αέρα, στο σημείο που μόλις πριν βρισκόταν το κεφάλι του. Από κει που είχε ξαπλωθεί, κοίταξε τα μάτια του οδηγού, καθώς η άμαξα περνούσε. Ούτε που είχε νοιαστεί μήπως πλήγωνε κανέναν, μήπως έβγαζε κανένα μάτι.

“Το Φως να σε τυφλώσει!” φώναξε ο Ματ στην άμαξα. “Δεν μπορείς να―” Ένας έφιππος φύλακας τον χτύπησε στον ώμο με τη λαβή της λόγχης του, ρίχνοντας τον πάνω στον Ραντ.

“Κάνε πέρα, άτιμε Σκοτεινόφιλε!” μούγκρισε ο φύλακας, χωρίς να σταματήσει.

Μετά απ’ αυτό, κρατούσαν απόσταση από τις άμαξες. Υπήρχαν άφθονες. Πριν σβήσει ο πάταγος και τα ποδοβολητά από τη μια, ακουγόταν η επόμενη. Οι φύλακες και οι αμαξάδες κοίταζαν τους ταξιδιώτες, που κατευθύνονταν στο Κάεμλυν σαν να έβλεπαν λάσπη να περπατά.

Μια φορά ο Ραντ υπολόγισε λάθος το μαστίγιο ενός οδηγού, δεν μέτρησε το μάκρος της άκρης του. Ακούμπησε το χέρι στο ρηχό κόψιμο πάνω από το φρύδι του και ξεροκατάπιε, προσπαθώντας να μην κάνει εμετό, καθώς σκεφτόταν ότι, παραλίγο, θα έχανε το μάτι του. Ο οδηγός τον κοίταξε μ’ ένα στραβό χαμόγελο. Με το άλλο χέρι, ο Ραντ κράτησε τον Ματ για να μην αρπάξει το τόξο του.

“Ξέχνα το”, είπε. Με μια κίνηση του κεφαλιού έδειξε τους έφιππους φύλακες πλάι στις άμαξες. Μερικοί γελούσαν· άλλοι κοίταζαν το τόξο του Ματ με σκληρό βλέμμα. “Αν ήμασταν τυχεροί, απλώς θα μας έδερναν με τα δόρατά τους. Αν ήμασταν τυχεροί”.

Ο Ματ γρύλισε ξινά, αλλά άφησε τον Ραντ να τον τραβήξει πιο κάτω στο δρόμο.

Δυο φορές πέρασαν από το δρόμο ίλες των Φρουρών της Βασίλισσας, με κορδέλες να κρέμονται από τις λόγχες τους, πεταρίζοντας στον άνεμο. Κάποιοι αγρότες τους έκαναν νόημα να σταματήσουν, επειδή ήθελαν κάτι να γίνει με τους ξένους και οι Φρουροί πάντα σταματούσαν υπομονετικά για να ακούσουν. Κατά το μεσημέρι, ο Ραντ σταμάτησε για να ακούσει μια τέτοια συζήτηση.

Το στόμα του Φρουρού ήταν μια ίσια γραμμή πίσω από το κλουβί που σχημάτιζε η προσωπίδα του κράνους του. “Αν κάποιος κλέψει, αν πατήσει τη γη σου”, είπε με βαριά φωνή στον κοκαλιάρη αγρότη, που στεκόταν συνοφρυωμένος πλάι στον αναβολέα του αλόγου του, “θα τον πάω στον δικαστή, αλλά δεν παραβιάζουν κανέναν Νόμο της Βασίλισσας περπατώντας στην Βασιλική Οδό”.

“Μα γέμισαν τον τόπο”, διαμαρτυρήθηκε ο αγρότης. “Ποιος ξέρει ποιοι είναι, από πού κρατά η σκούφια τους. Τόσα που ακούγονται για τον Δράκοντα...”

“Μα το Φως, άνθρωπέ μου! Μια χούφτα ξένους έχετε εδώ. Το Κάεμλυν ξεχείλισε και κάθε μέρα έρχονται κι άλλοι”. Ο λοχαγός σκοτείνιασε ακόμα περισσότερο, όταν είδε τον Ραντ και τον Ματ να στέκονται λίγο παραπέρα. Το χέρι του, μέσα σ’ ένα χειρόκτιο ενισχυμένο με ελάσματα, έδειξε το δρόμο. “Προχωρήστε, αλλιώς θα σας συλλάβω για παρεμπόδιση κυκλοφορίας”.

Η φωνή του δεν ήταν πιο τραχιά μαζί τους, απ’ όσο όταν μιλούσε με τον αγρότη, αλλά οι δύο τους συνέχισαν το δρόμο τους.

Το βλέμμα του λοχαγού τους ακολούθησε για λίγο· ο Ραντ το ένιωθε στην πλάτη του. Υποψιαζόταν πως οι Φρουροί δεν είχαν άλλη υπομονή για τους περιπλανώμενους και δεν θα έδειχναν την παραμικρή συμπόνια σ’ έναν πεινασμένο κλέφτη. Αποφάσισε ότι, αν ο Ματ ξαναπρότεινε να κλέψουν αυγά, θα τον σταματούσε.

Πάντως είχε και την καλή πλευρά του αυτό το πλήθος από άμαξες και ανθρώπους που γέμιζε το δρόμο και ειδικά οι νέοι άνθρωποι που πήγαιναν στο Κάεμλυν. Οι Σκοτεινόφιλοι που τους κυνηγούσαν θα ένιωθαν σαν να έψαχναν δύο συγκεκριμένα περιστέρια μέσα στο σμήνος. Αν ο Μυρντράαλ τη Νύχτα του Χειμώνα δεν ήξερε ποιον ακριβώς έψαχνε, ίσως να μην ήξερε ούτε ο όμοιός του εδώ.

Το στομάχι του γουργούριζε συχνά, θυμίζοντάς του πως είχαν σχεδόν στερέψει από χρήματα και πάντως δεν είχαν ούτε για ένα πιάτο φαΐ, με τις τιμές που χρέωναν τόσο κοντά στο Κάεμλυν. Κάποια στιγμή κατάλαβε πως είχε βαλα το χέρι του στη θήκη του φλάουτου και το τράβηξε πίσω σθεναρά. Ο Γκόουντ ήξερε για το φλάουτο και για τα ταχυδακτυλουργικά. Ο Ραντ δεν μπορούσε να ξέρει τι είχε πει στον Μπα’άλζαμον πριν το τέλος —αν αυτό που είχε δει ήταν το τέλος- ή τι είχε μεταφέρει στους άλλους Σκοτεινόφιλους.