“Ο Θομ είχε προβλήματα με τη Βασίλισσα;” απόρησε ο Ραντ και ο πανδοχέας γέλασε.
“Άρα δεν τα είπε όλα. Και γιατί να τα πει, δηλαδή. Από την άλλη μεριά, δεν βλέπω γιατί να μην το μάθετε. Όχι ότι είναι κάνα σπουδαίο μυστικό. Νομίζετε ότι όλοι οι Βάρδοι έχουν τόσο μεγάλη γνώμη για τον εαυτό τους όσο ο Θομ Μέριλιν; Τώρα που το σκέφτομαι, ναι, αλλά μου φαινόταν ότι ο Θομ παραείχε μεγάλη ιδέα. Δεν ήταν πάντα Βάρδος, ξέρετε, για να περιπλανιέται από χωριό σε χωριό και τα μισά βράδια να κοιμάται σε θάμνους. Κάποτε ο Θομ Μέριλιν ήταν Βάρδος της Αυλής, εδώ στο Κάεμλυν, ξακουστός σ’ όλες τις βασιλικές αυλές, από το Δάκρυ ως το Μάραντον”.
“Ο Θομ;” είπε ο Ματ.
Ο Ραντ ένευσε αργά. Μπορούσε να δει με το νου του τον Θομ σε αυλή Βασίλισσας, με τους μεγαλόπρεπους τρόπους του και τις επιβλητικές χειρονομίες του.
“Ο ίδιος”, είπε ο αφέντης Γκιλ. “Δεν πέρασε καιρός από το θάνατο του Τάρινγκεηλ Ντέημοντρεντ και προέκυψε το... το πρόβλημα με τον ανιψιό του. Μερικοί έλεγαν πως ο Θομ ήταν, ας πούμε, πιο κοντά στη Βασίλισσα απ’ όσο ήταν πρέπον. Αλλά η Μοργκέις ήταν νεαρή χήρα και ο Θομ ήταν στο άνθος της ηλικίας του και, όπως το βλέπω εγώ, η Βασίλισσα μπορεί να κάνει ό,τι επιθυμεί. Μόνο που πάντα ήταν οξύθυμη η καλή μας η Μοργκέις και ο Θομ τότε είχε τρέξει, μόλις άκουσε σε τι μπελά είχε μπλέξει ο ανιψιός του. Αυτό της κακοφάνηκε της Βασίλισσας. Κι επίσης δεν της άρεσε να ανακατεύεται ο Θομ σε δουλειές των Άες Σεντάι. Ούτε και μένα μου φαίνεται σωστό, είτε ήταν ανιψιός του είτε όχι. Τέλος πάντων, όταν ξαναγύρισε ο Θομ, της είπε βαριές κουβέντες. Κουβέντες που δεν λες σε βασίλισσα. Κουβέντες που δεν λες σε γυναίκα που έχει την αψάδα της Μοργκέις. Η Ελάιντα τα είχε βάλει μαζί του, επειδή ο Θομ είχε ανακατευτεί στα δικά τους για τον ανιψιό του και από τη μια τα νεύρα της Μοργκέις, από την άλλη η έχθρα της Ελάιντα, ο Θομ έφυγε από το Κάεμλυν μισό βήμα μπροστά από τους Φρουρούς, που θα τον έριχναν στη φυλακή, αν όχι στον πέλεκυ του δημίου. Κι απ’ όσο ξέρω, η απόφασή της ισχύει ακόμα”.
“Αν ήταν πριν πολύ καιρό”, “ίσως να μην το θυμάται κανείς”.
Ο αφέντης Γκιλ κούνησε το κεφάλι. “Ο Γκάρεθ Μπράυν είναι Στρατηγός των Φρουρών της Βασίλισσας. Αυτός προσωπικά διοικούσε τους Φρουρούς που είχε στείλει η Μοργκέις να φέρουν τον Θομ αλυσοδεμένο και αμφιβάλλω αν θα ξεχάσει ότι είχε επιστρέψει με άδεια χέρια και είχε βρει ότι ο Θομ είχε ξαναγυρίσει στο παλάτι και είχε ξαναφύγει. Και η Βασίλισσα δεν ξεχνά ποτέ τίποτα. Ξέρεις καμιά γυναίκα που να ξεχνά; Και μετά να δεις, που η Μοργκέις ήταν εκτός εαυτού. Ορκίζομαι ότι όλη η πόλη ένα μήνα περπατούσε στ’ ακροδάχτυλα και μιλούσε ψιθυριστά. Πολλοί άλλοι Φρουροί είναι αρκετά μεγάλοι για να το θυμούνται. Όχι, το καλύτερο είναι να κρατήσετε τον Θομ μυστικό, όπως και την Άες Σεντάι σας. Ελάτε, θα σας δώσω να φάτε. Ρέψατε, βλέπω”.
36
Ο Ιστός του Σχήματος
Ο αφέντης Γκιλ τους πήγε σε ένα απόμερο τραπέζι της κοινής αίθουσας και έβαλε μια σερβιτόρα να τους φέρει φαγητό. Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι όταν είδε τα πιάτα, που είχαν το καθένα μερικές λεπτές φέτες βοδινό με πηχτή σάλτσα, μια κουταλιά σινάπι και δύο πατάτες. Μα το κούνησε πικρά και καρτερικά, όχι θυμωμένα. Ο πανδοχέας είχε πως όλα ήταν λιγοστά. Ο Ραντ πήρε το μαχαίρι και το πιρούνι και αναρωτήθηκε τι θα γινόταν, όταν πια δεν θα υπήρχε τίποτα. Το μισογεμάτο πιάτο του τότε θα έμοιαζε με τσιμπούσι. Ένιωσε ρίγος.
Ο αφέντης Γκιλ είχε διαλέξει τραπέζι μακριά από τους άλλους και κάθισε με την πλάτη στη γωνία, απ’ όπου έβλεπε όλη την αίθουσα. Κανένας δεν μπορούσε να πλησιάσει και να κρυφακούσει χωρίς να τον δουν. Όταν έφυγε η σερβιτόρα, είπε χαμηλόφωνα, “Τώρα, για πείτε μου τι μπελάς σας βρήκε. Αν είναι να βοηθήσω, καλύτερα να ξέρω που πάω να μπλέξω”.
Ο Ραντ κοίταξε τον Ματ, αλλά ο Ματ κοίταζε συνοφρυωμένος το πιάτο του, σαν να ήταν θυμωμένος με την πατάτα που έκοβε. Ο Ραντ πήρε μια βαθιά ανάσα. “Ούτε κι εγώ το καταλαβαίνω καλά”, ήταν τα πρώτα λόγια του.
Είπε την ιστορία απλά και δεν ανέφερε για Τρόλοκ και Ξέθωρους. Όταν κάποιος τους πρόσφερε βοήθεια, δεν θα ήταν καλό να του πει ότι όλα είχαν σχέση με μύθους. Αλλά δεν του φάνηκε σωστό να υποβαθμίσει τον κίνδυνο, δεν θα ήταν σωστό να αναμίξει κάποιον, που δεν είχε την παραμικρή ιδέα πού θα έμπλεκε. Κάποιοι κυνηγούσαν τον Ραντ και τον Ματ και επίσης μερικούς φίλους τους. Αυτοί οι άνθρωποι εμφανίζονταν εκεί που δεν το περίμεναν και ήταν άκρως επικίνδυνοι και σκόπευαν να σκοτώσουν τον ίδιο και τους φίλους του, αν όχι κάτι χειρότερο. Η Μουαραίν είπε ότι μερικοί ήταν Σκοτεινόφιλοι. Ο Θομ δεν εμπιστευόταν απολύτως τη Μουαραίν, αλλά έμενε μαζί τους λόγω του ανιψιού του, έτσι τους είχε πει. Προσπαθώντας να φτάσουν στην Ασπρογέφυρα είχαν χωριστεί μετά από μια επίθεση και μετά, στην Ασπρογέφυρα, ο Θομ είχε πεθάνει, καθώς τους έσωζε από άλλη μια επίθεση. Και υπήρχαν και άλλες τέτοιες απόπειρες. Ο Ραντ ήξερε ότι η ιστορία είχε κενά, αλλά ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να σκαρφιστεί στα γρήγορα, δίχως να αποκαλύψει περισσότερα απ’ όσα θα ήταν ασφαλές.