Выбрать главу

“Να προσέχεις”, είπε απαλά η Άες Σεντάι, “Όταν κόψεις τα σχοινιά, γύρνα πίσω όσο πιο γρήγορα μπορείς. Είσαι κι εσύ μέρος του Σχήματος και δεν θα σε έβαζα σε κίνδυνο, ούτε εσένα ούτε τους άλλους, αν δεν κινδύνευε τώρα ολόκληρος ο κόσμος”.

Η Νυνάβε έτριψε κρυφά το χέρι της, όταν την άφησε τη Μουαραίν. Δεν ήθελε να δείξει στην Άες Σεντάι πόσο την είχε πονέσει. Αλλά η Μουαραίν αμέσως γύρισε και ξανάρχισε να παρακολουθεί το στρατόπεδο. Και η Νυνάβε ξαφνιάστηκε, συνειδητοποιώντας ότι ο Πρόμαχος είχε χαθεί. Δεν τον είχε ακούσει να φεύγει. Το Φως να τυφλώσει τον άτιμο! Σήκωσε τη φούστα της και την έδεσε ψηλά για να μην εμποδίζονται οι κινήσεις της και χώθηκε βιαστικά στη νύχτα.

Μετά τα πρώτα ορμητικά βήματα, με τα πεσμένα κλαριά να σπάνε κάτω από τα πόδια της, έκανε πιο σιγά, νιώθοντας χαρά που δεν ήταν κανείς εκεί για να τη δει να κοκκινίζει. Ο σκοπός ήταν να προχωρήσει σιωπηλά. Και δεν ανταγωνιζόταν τον Πρόμαχο. Όχι, ε;

Έδιωξε τη σκέψη από το νου της και συγκέντρωσε την προσοχή της στη διαδρομή μέσα στο σκοτεινό δάσος. Δεν ήταν δύσκολος ο δρόμος. Το αχνό φως του φεγγαριού, που ήταν στη χάση του, έφτανε και με το παραπάνω, μετά τα μαθήματα που της είχε κάνει ο πατέρας της. Το έδαφος ήταν γεμάτο απαλές, βατές ανηφόρες και κατηφόρες. Τα δέντρα, όμως, γυμνά και ξερά κόντρα στο νυχτερινό ουρανό, συνεχώς της θύμιζαν ότι αυτό δεν ήταν παιδικό παιχνίδι και οι γογγυσμοί του ανέμου έμοιαζαν πολύ με τους ήχους από τα κέρατα των Τρόλοκ. Τώρα που ήταν μόνη της στο σκοτάδι, θυμήθηκε πως οι λύκοι, που άλλοτε, συνήθως, απέφευγαν τους ανθρώπους, είχαν αλλάξει φέρσιμο αυτό το χειμώνα στους Δύο Ποταμούς.

Ένιωσε ανακούφιση, όταν τελικά ένιωσε την οσμή των αλόγων. Κρατώντας σχεδόν την ανάσα της, έπεσε μπρούμυτα κι άρχισε να σέρνεται αντίθετα από τη φορά του ανέμου, προς τη μυρωδιά.

Έφτασε σχεδόν στους σκοπούς και μετά τους είδε, καθώς έβγαιναν από τη νύχτα κι έρχονταν κατά πάνω της, με τους λευκούς μανδύες τους να πεταρίζουν στον άνεμο, λάμποντας σχεδόν στο φεγγαρόφωτο. Ήταν σαν να κρατούσαν δαυλούς· ακόμα και με το φως των δαυλών δεν θα φαίνονταν καθαρότερα. Η Νυνάβε πάγωσε, προσπάθησε να γίνει ένα με το χώμα, Σχεδόν μπροστά της, ούτε δέκα βήματα παραπέρα, σταμάτησαν, βροντώντας τα πόδια, αντικριστά μεταξύ τους, με τα δόρατα στους ώμους. Λίγο παραπέρα φαίνονταν σκιές, που μάλλον ήταν τα άλογα. Υπήρχε δυνατή μυρωδιά στάβλου, από τα άλογα και την κοπριά.

“Είναι νύχτα κι όλα πάνε καλά”, ανακοίνωσε μια μορφή με λευκό μανδύα. “Το Φως να μας φωτίζει και να μας φυλάει από τη Σκιά”.

“Είναι νύχτα κι όλα πάνε καλά”, αποκρίθηκε η άλλη. “Το Φως να μας φωτίζει και να μας φυλάει από τη Σκιά”.

Μ’ αυτά τα λόγια γύρισαν και χώθηκαν πάλι στο σκοτάδι.

Η Νυνάβε περίμενε, μετρώντας, ενώ εκείνοι έκαναν δυο φορές τη γύρα τους. Κάθε φορά έκαναν την ίδια ώρα και κάθε φορά επαναλάμβαναν την ίδια τυπική φράση, χωρίς να πουν λέξη παραπάνω ή παρακάτω. Δεν έριχναν καν μια ματιά στο πλάι· κοίταζαν ευθεία μπροστά, καθώς προχωρούσαν και συνέχιζαν. Αναρωτήθηκε αν θα την πρόσεχαν, αν σηκωνόταν όρθια.

Πριν η νύχτα καταπιεί για τρίτη φορά τους μανδύες τους, που φτερούγιζαν χλωμοί, η Νυνάβε είχε σηκωθεί και έτρεχε μισοσκυμένη προς τα άλογα. Όταν πλησίασε, έκοψε ταχύτητα για να μην τρομάξει τα ζώα. Οι Λευκομανδίτες σκοποί μπορεί να μην έβλεπαν πέρα από τη μύτη τους, αλλά σίγουρα θα έρχονταν να ερευνήσουν, αν άκουγαν τα άλογα να χρεμετίζουν.

Τα άλογα, που στέκονταν μπροστά στα σχοινιά των πασσάλων —υπήρχαν άλλες σειρές από πίσω― ήταν άμορφοι όγκοι στο σκοτάδι, με τα κεφάλια σκυμμένα. Πού και πού κάποιο ρουθούνιζε, ή χτυπούσε το πόδι κάτω στον ύπνο του, Στο αχνό φεγγαρόφωτο, η Νυνάβε έφτασε σχεδόν στην άκρη των πασσάλων και τότε μόνο τα είδε. Έκανε να πιάσει το σχοινί και μαρμάρωσε, όταν το κοντινότερο άλογο ύψωσε το κεφάλι και την κοίταξε. Το χαλινάρι ήταν τυλιγμένο χαλαρά γύρω από το χοντρό, σαν δάχτυλο σχοινί, που κατέληγε στον πάσσαλο. Ένα χρεμέτισμα. Η καρδιά της χτυπούσε σαν ταμπούρλο, τόσο δυνατά, που σίγουρα θα την άκουγαν οι σκοποί.

Χωρίς να πάρει το βλέμμα από το άλογο, έκοψε το σχοινί, ψαχουλεύοντας για να καταλάβει πόσο είχε κόψει. Το άλογο ανεβοκατέβασε το κεφάλι του και η ανάσα της πάγωσε. Ένα μόνο χρεμέτισμα.

Τα δάχτυλά της ένιωσαν ότι απέμεναν λίγες μόνο κλωστές του καννάβινου σχοινιού. Πήγε σιγά στο άλλο σχοινί, παρακολουθώντας το άλογο, μέχρι που στο τέλος δεν ήξερε να πει αν την κοίταζε ή όχι, κατόπιν ανάσανε βαθιά. Σκέφτηκε πως, αν ήταν όλα έτσι, μάλλον δεν θα άντεχε.

Στο επόμενο σχοινί όμως και στο άλλο και στο παράλλο, τα άλογα δεν ξύπνησαν, ακόμα και όταν έκοψε το δάχτυλό της και έβγαλε μια κραυγούλα πριν κλείσει το στόμα. Ρούφηξε την πληγή και κοίταξε επιφυλακτικά πίσω της το δρόμο απ’ όπου είχε έρθει. Δεν άκουγε πια τους σκοπούς να ανταλλάσσουν τις φράσεις τους, μιας και ο αέρας φυσούσε προς αυτούς, αλλά θα μπορούσαν να την είχαν ακούσει, αν βρίσκονταν στο κατάλληλο μέρος. Αν έρχονταν να δουν τι ήταν αυτός ο θόρυβος, ο άνεμος θα την εμπόδιζε να τους ακούσει πριν φτάσουν κοντά της. Ώρα να φεύγω. Δεν θα μπορέσουν να μας κυνηγήσουν, αφού τα τέσσερα στα πέντε άλογά τους θα το σκάσουν.