“Τον Ραολίν Ντάρκσμπεην”, είπε ο Πέριν.
“Ναι”, είπε ο Ραντ, σμίγοντας τα φρύδια. Είχε προσπαθήσει να ξεχάσει τα πάντα γι’ αυτά τα όνειρα. Ήταν δυσάρεστο που τα ξαναθυμόταν. “Ένας άλλος ήταν ο Γιούριαν Στόουνμποου και ο Γκουαίρ Αμαλάσαν ”. Σταμάτησε ξαφνικά, ελπίζοντας να μην πρόσεχε η Μουαραίν πόσο ξαφνικά είχε σταματήσει να μιλάει. “Δεν ξέρω κανέναν τους”.
Αλλά είχε αναγνωρίσει έναν, τώρα που τους ανέσυρε πάλι από τα βάθη της μνήμης του. Το όνομα που είχε προλάβει να κρύψει. Τον Λογκαίν. Τον ψεύτικο Δράκοντα. Φως μου! Ο Θομ είπε άτι ήταν επικίνδυνα ονόματα. Αυτό εννοούσε ο Μπα’άλζαμον; Η Μουαραίν θέλει να χρησιμοποιήσει έναν από μας σαν ψεύτικο Δράκοντα; Οι Άες Σεντάι κυνηγούν τους ψεύτικους Δράκοντες, δεν τους χρησιμοποιούν. Έτσι δεν είναι; Φως, βοήθησέ με, έτσι δεν είναι;
Η Μουαραίν τον κοίταζε, αλλά ο Ραντ δεν μπορούσε να διαβάσει την έκφρασή της. “Τους ξέρεις;” τη ρώτησε. “Σημαίνουν τίποτα;”
“Πατέρας του Ψεύδους, είναι ένα όνομα που ταιριάζει στον Σκοτεινό”, απάντησε η Μουαραίν, “Ανέκαθεν έσπερνε το σκουλήκι της αμφιβολίας όπου μπορούσε. Είναι σαράκι στο νου των ανθρώπων. Το να πιστέψεις τον Πατέρα του Ψεύδους είναι το πρώτο βήμα για να του παραδοθείς. Μην ξεχνάς, αν παραδοθείς στον Σκοτεινό, θα σε υποτάξει”.
Οι Άες Σεντάι ποτέ δεν λένε ψέματα, μα η αλήθεια που θα πουν ίσως δεν είναι η αλήθεια που νομίζεις ότι ακούς. Αυτό είχε πει ο Ταμ και η Μουαραίν δεν είχε απαντήσει στην ερώτησή του. Έμεινε ανέκφραστος και δεν τράβηξε τα χέρια από τα γόνατά του, αν και ήθελε να σκουπίσει τον ιδρώτα στο παντελόνι του.
Η Εγκουέν σιγόκλαιγε. Η Νυνάβε την είχε αγκαλιάσει, αλλά κι αυτή έδειχνε σαν να ήθελε να κλάψει. Κι ο Ραντ σχεδόν ευχόταν να μπορούσε να κάνει κι αυτός το ίδιο.
“Είναι όλοι Τα’βίρεν”, είπε απότομα ο Λόιαλ. Έμοιαζε να χαίρεται μ’ αυτή την προοπτική, σαν να αδημονούσε να δει από κοντά το Σχέδιο να υφαίνεται γύρω τους. Ο Ραντ τον κοίταξε ξαφνιασμένος και ο Ογκιρανός σήκωσε τους ώμους με ταπεινό ύφος, αλλά ο ενθουσιασμός του δεν καταλάγιασε.
“Έτσι είναι”, είπε η Μουαραίν. “Τρεις, εκεί που περίμενα έναν. Έγιναν πάρα πολλά, που δεν τα περίμενα. Η είδηση σχετικά με τον Οφθαλμό του Κόσμου αλλάζει πολλά”. Κοντοστάθηκε, έσμιξε τα φρύδια. “Προς το παρόν το Σχήμα μοιάζει να στροβιλίζεται γύρω από σας τους τρεις, όπως λέει ο Λόιαλ, και το στροβίλισμα θα δυναμώσει κι άλλο. Μερικές φορές το να είσαι Τα’βίρεν σημαίνει ότι το Σχήμα αναγκάζεται να λυγίσει γύρω σου και μερικές σημαίνει ότι το Σχήμα σε αναγκάζει να πάρεις το δρόμο που χρειάζεται. Ο Ιστός μπορεί να υφανθεί με πολλούς τρόπους και μερικά από αυτά τα σχέδια θα ήταν καταστροφικά. Για σας, για τον κόσμο...
“Δεν μπορούμε να μείνουμε στο Κάεμλυν, όμως, όποιο δρόμο και να πάρουμε, οι Μυρντράαλ και οι Τρόλοκ θα πέσουν πάνω μας πριν κάνουμε δέκα μίλια. Και αυτή ακριβώς τη στιγμή μαθαίνουμε για μια απειλή στον Οφθαλμό του Κόσμου, όχι από μία πηγή, αλλά από τρεις και η καθεμιά τους, φαινομενικά, είναι ανεξάρτητη από τις άλλες. Το Σχήμα χαράζει το δρόμο μας. Το Σχήμα υφαίνεται γύρω από σας τους τρεις, μα ποιο χέρι ορίζει το υφάδι και ποιο χέρι κρατά το στημόνι; Άραγε η φυλακή του Σκοτεινού εξασθένισε τόσο, που να μπορεί αυτός να ασκήσει τόσο έλεγχο;”
“Ας μη λέμε τέτοια λόγια!” είπε με σκληρή φωνή η Νυνάβε. “Θα τους τρομάξεις”.
“Αυτούς κι όχι εσένα;” ρώτησε η Μουαραίν. “Εμένα με τρομάζει. Τέλος πάντων, ίσως να έχεις δίκιο. Ας μην αφήσουμε το φόβο να μας καθοδηγεί. Είτε είναι παγίδα, είτε έγκαιρη προειδοποίηση, πρέπει να κάνουμε αυτό που πρέπει, δηλαδή να φτάσουμε στον Οφθαλμό του Κόσμου γρήγορα Ο Θαλερός πρέπει να ξέρει γι’ αυτή την απειλή”.
Ο Ραντ ξαφνιάστηκε. Ο Θαλερός; Κι οι άλλοι επίσης είχαν ξαφνιαστεί, όλοι εκτός από τον Λόιαλ, που το πλατύ του πρόσωπο έδειχνε ανησυχία.
“Δεν μπορώ καν να ρισκάρω να σταματήσουμε στην Ταρ Βάλον για βοήθεια”, συνέχισε η Μουαραίν. “Μας παγιδεύει ο χρόνος. Ακόμα κι αν βγαίναμε από την πόλη ανενόχλητοι, θα χρειαζόμασταν πολλές βδομάδες για να φτάσουμε στη Μάστιγα και φοβάμαι πως δεν έχουμε πια βδομάδες”.
“Στη Μάστιγα!” Ο Ραντ άκουσε τους άλλους να επαναλαμβάνουν τα λόγια του εν χορώ, αλλά η Μουαραίν τους αγνόησε όλους.
“Το Σχέδιο μας παρουσιάζει μια κρίση και, ταυτοχρόνως, έναν τρόπο για να την αντιμετωπίσουμε. Αν δεν ήξερα πως αυτό είναι αδύνατον, σχεδόν θα πίστευα πως ο Δημιουργός μας δείχνει τα δρόμο”. Χαμογέλασε, σαν να είχε θυμηθεί ένα προσωπικό αστείο και στράφηκε στον Λόιαλ. “Εδώ στο Κάεμλυν υπήρχε ένα Ογκιρανό άλσος και μια Πόλη. Τώρα η Νέα Πόλη απλώνεται στην περιοχή που βρισκόταν κάποτε το άλσος, άρα η Πύλη πρέπει να είναι εντός των τειχών. Ξέρω ότι δεν είναι πολλοί οι Ογκιρανοί που μαθαίνουν τώρα τις Οδούς, μα αυτός που έχει ένα Ταλέντο και μαθαίνει τα παλιά Τραγούδια της Άνθησης πρέπει να προσελκύεται από τέτοιες γνώσεις, ακόμα κι αν πιστεύει πως δεν θα τις χρησιμοποιήσει ποτέ· Ξέρεις τις Οδούς, Λόιαλ;”