“Όταν έφυγαν από τα στέντιγκ και οι τελευταίοι Άες Σεντάι, έδωσαν στους Πρεσβύτερους ένα κλειδί, ένα φυλακτό, που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργηθούν κι άλλα. Οι Οδοί και οι Πύλες είναι, κατά κάποιον τρόπο, κάτι ζωντανό. Δεν το καταλαβαίνω, κανένας Ογκιρανός δεν το καταλαβαίνει και, απ’ ό,τι ακούω, ακόμα και οι Άες Σεντάι τις έχουν ξεχάσει. Με τα χρόνια, η Εξορία μας πήρε τέλος. Όταν οι Ογκιρανοί που είχαν πάρει το δώρο των Άες Σεντάι έβρισκαν ένα στέντιγκ, στο οποίο οι Ογκιρανοί είχαν επιστρέψει από τη Μακρά Περιπλάνηση, άνοιγαν μια Οδό προς αυτό. Με τη λιθοδομία που είχαμε μάθει στην Εξορία, χτίσαμε πόλεις για τους ανθρώπους και κάναμε τα άλση, για να ευφραίνονται οι Ογκιρανοί που δούλευαν, ώστε να μην τους πνίγει η Λαχτάρα. Ανοίξαμε Οδούς προς αυτά τα άλση. Υπήρχε ένα άλσος και μια Πύλη στο Μάφαλ Ντανταράνελ, αλλά ισοπέδωσαν εκείνη την πόλη στους Πολέμους των Τρόλοκ, δεν άφησαν πέτρα επί πέτρας και έκοψαν το άλσος για να ανάψουν τις φωτιές οι Τρόλοκ”. Η φωνή του δεν άφηνε καμία αμφιβολία για το ποιο ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα.
“Είναι ουσιαστικά αδύνατο να καταστραφούν οι Πύλες”, είπε η Μουαραίν, “και σχεδόν το ίδιο ισχύει για την ανθρωπότητα. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι στο Φαλ Ντάρα, αν και δεν είναι πια η σπουδαία πόλη που έκτισαν οι Ογκιρανοί και η Πύλη στέκεται ακόμα”.
“Πώς τις έφτιαξαν”, ρώτησε η Εγκουέν. Κοίταζε μπερδεμένη και τη Μουαραίν και τον Λόιαλ. “Οι άνδρες Άες Σεντάι. Αν δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη Μία Δύναμη μέσα στο στέντιγκ, πώς μπορούσαν να φτιάξουν τις Οδούς; Ή μήπως δεν χρησιμοποίησαν τη Δύναμη; Το δικό τους μέρος της Αληθινής Πηγής ήταν μιασμένο.
Είναι μιασμένο. Δεν ξέρω πολλά γι’ αυτά που μπορούν να κάνουν οι Άες Σεντάι, ακόμα. Ίσως να είναι χαζή η ερώτηση”.
Ο Λόιαλ της εξήγησε. “Κάθε στέντιγκ έχει Πύλη στα σύνορά του, αλλά απ’ έξω. Η ερώτησή σου δεν είναι χαζή. Βρήκες το λόγο που δεν τολμούμε να ταξιδέψουμε στις Οδούς. Όσο ζω και από ακόμα πιο παλιά, κανένας Ογκιρανός δεν έχει χρησιμοποιήσει τις Οδούς. Με διάταγμα των Πρεσβύτερων, όλων των Πρεσβύτερων όλων των στέντιγκ, κανένας δεν μπορεί, είτε άνθρωπος, είτε Ογκιρανός.
Οι Οδοί έγιναν από άνδρες που χειρίζονταν τη Δύναμη, την οποία είχε ρυπάνει ο Σκοτεινός. Πριν από χίλια χρόνια περίπου, στον Εκατονταετή Πόλεμο, όπως τον αποκαλείτε, οι Οδοί άρχισαν να αλλάζουν. Τόσο αργά στην αρχή, που κανένας δεν το πρόσεξε· νότισαν και σκοτείνιασαν. Έπειτα έπεσε σκοτάδι κοντά στις γέφυρες. Μερικοί που μπήκαν δεν ξαναφάνηκαν ποτέ. Οι ταξιδιώτες έλεγαν ότι κάτι τους παρακολουθούσε από το σκοτάδι. Ο αριθμός των εξαφανισμένων μεγάλωσε και μερικοί που βγήκαν είχαν τρελαθεί και παραληρούσαν για το Μάτσιν Σιν, το Μαύρο Ανεμο. Οι Άες Σεντάι Θεραπεύτριες μπορούσαν να βοηθήσουν μερικούς, αλλά, ακόμα και με τη βοήθειά τους, δεν ξανάγιναν εντελώς καλά. Και δεν θυμόνταν τι είχε συμβεί. Αλλά ήταν σαν το σκοτάδι να είχε ποτίσει τα κόκαλά τους. Ποτέ δεν ξαναγέλασαν και φοβόντουσαν τον ήχο του ανέμου”.
Για λίγο απλώθηκε σιωπή, με μόνη εξαίρεση τη γάτα που γουργούριζε δίπλα στην καρέκλα της Μουαραίν και το τριζοβόλημα της φωτιάς που τίναζε σπίθες. Έπειτα η Νυνάβε ξέσπασε θυμωμένα, “Και περιμένεις να σε ακολουθήσουμε σ’ αυτό; Μου φαίνεται τρελάθηκες!”
“Τι θα διάλεγες στη θέση του; “Τους Λευκομανδίτες μέσα στο Κάεμλυν, ή τους Τρόλοκ απ’ έξω; Μην ξεχνάς ότι από μόνη της η παρουσία μου προσφέρει κάποια προστασία από τα έργα του Σκοτεινού”.
Η Νυνάβε έγειρε πίσω με ένα στεναγμό αγανάκτησης.
“Ακόμα δεν μου εξήγησες”, είπε ο Λόιαλ, “γιατί να παραβιάσω το διάταγμα των Πρεσβύτερων. Και δεν έχω καμία επιθυμία να μπω στις Οδούς. Αν και είναι συχνά λασπωμένοι, οι δρόμοι των ανθρώπων με εξυπηρέτησαν αρκετά καλά από τότε που άφησα το Στέντιγκ Σανγκτάι”.