Выбрать главу

Στην αρχή μιας απ’ αυτές τις γέφυρες, ο Λόιαλ κοντοστάθηκε για να διαβάσει τη μία αράδα που ήταν γραμμένη στη στενή πέτρινη στήλη εκεί. Ένευσε και προχώρησε στη γέφυρα. “Αυτή είναι η πρώτη γέφυρα της διαδρομής μας”, είπε πάνω από τον ώμο του.

Ο Ραντ αναρωτήθηκε τι κρατούσε τη γέφυρα ψηλά. Οι οπλές των αλόγων έκαναν έναν βραχνό ήχο γδαρσίματος, σαν να ξεκολλούσαν κομματάκια πέτρας με κάθε βήμα. Ό,τι έβλεπε ο Ραντ ήταν γεμάτο ρηχές τρύπες, μερικές μικρές, σαν από καρφίτσα, άλλες μεγάλες, σαν ρηχοί κρατήρες με τραχιά χείλη, σαν να είχε πέσει βροχή από οξύ, ή σαν να σάπιζε η γέφυρα. Κι ο προστατευτικός τοίχος, επίσης, είχε τρύπες και ραγισματιές. Σε μερικά σημεία έλειπε ολόκληρος, ακόμα και για διάστημα μιας απλωσιάς. Ο Ραντ δεν ήξερε αν η γέφυρα έφτανε ως το κέντρο της γης, αλλά ό,τι έβλεπε τον έκανε να ελπίζει ότι θα άντεχε, τουλάχιστον μέχρι να φτάσουν στην αντίπερα άκρη. Όπου κι αν είναι.

Η γέφυρα τελείωσε κάποια στιγμή, σε ένα μέρος που δεν έμοιαζε διαφορετικό από εκείνο στην αρχή της. Το μόνο που μπορούσε να δει ο Ραντ ήταν ό,τι άγγιζε η μικρή λιμνούλα του φωτός τους, αλλά είχε την εντύπωση ότι ήταν ένας μεγάλος χώρος, σαν λόφος με επίπεδη κορυφή, με γέφυρες και ράμπες, που ξεκινούσαν από παντού γύρω του. Ένα Νησί, έτσι το αποκάλεσε ο Λόιαλ. Υπήρχε άλλος ένας Οδηγός, καλυμμένος από γράμματα — ο Ραντ σκέφτηκε πως ήταν στο κέντρο του Νησιού, χωρίς να ξέρει αν είχε δίκιο ή άδικο. Ο Λόιαλ διάβασε και μετά τους οδήγησε σε μια ράμπα, που καμπύλωνε προς τα πάνω.

Μετά από πολλή ώρα ανάβασης, με το καμπύλωμα να μην έχει τέλος, η ράμπα τους έβγαλε σε άλλο ένα Νησί, σαν εκείνο απ’ όπου είχε αρχίσει. Ο Ραντ προσπάθησε να φανταστεί την καμπύλη της ράμπας, αλλά εγκατέλειψε την προσπάθεια. Αυτό το Νησί δεν μπορεί να είναι ακριβώς πάνω από το άλλο. Δεν μπορεί.

Ο Λόιαλ συμβουλεύτηκε άλλη μια πέτρα γεμάτη Ογκιρανή γραφή, βρήκε άλλη μια στήλη με σημάδια, τους οδήγησε σε άλλη μια γέφυρα. Ο Ραντ δεν είχε πια την παραμικρή ιδέα προς ποια κατεύθυνση ταξίδευαν.

Στο στενό μέρος τους μέσα στο φως, κάθε γέφυρα έμοιαζε με τις άλλες, μόνο που κάποιες είχαν σπασίματα στον προστατευτικό τοίχο και κάποιες όχι. Μόνη διαφορά στα νησιά ήταν η βαρύτητα των ζημιών στους Οδηγούς. Ο Ραντ έχασε την αίσθηση του χρόνου· δεν ήξερε καν πόσες γέφυρες είχαν περάσει και πόσες ράμπες είχαν ακολουθήσει. Ο Πρόμαχος όμως πρέπει να είχε ρολόι στο κεφάλι του. Μόλις ο Ραντ ένιωσε για πρώτη φορά το στομάχι του να διαμαρτύρεται από πείνα, ο Λαν ανακοίνωσε ήσυχα ότι ήταν μεσημέρι και ξεπέζεψε για να μοιράσει ψωμί και τυρί και ξεραμένο κρέας από το φορτωμένο άλογο. Το άλογο το οδηγούσε ο Πέριν, που είχε έρθει η σειρά του. Βρίσκονταν σε ένα Νησί και ο Λόιαλ διάβαζε τις κατευθύνσεις στον Οδηγό.

Ο Ματ έκανε να κατέβει από τη σέλα του, αλλά η Μουαραίν είπε, “Στις Οδούς ο χρόνος είναι πολύτιμος και δεν τον σπαταλάμε. Για μας είναι ανεκτίμητος. Θα σταματήσουμε όταν είναι ώρα να κοιμηθούμε”. Ο Λαν είχε ήδη ξανανέβει στον Μαντάρμπ.

Του Ραντ του κόπηκε η όρεξη, όταν σκέφτηκε ότι θα κοιμούνταν στις Οδούς. Εκεί είχε πάντα σκοτάδι, αλλά δεν ήταν νύχτα τέτοια που να μπορείς να κοιμηθείς. Έφαγε καβάλα στο άλογο όμως, όπως όλοι οι άλλοι. Ήταν άβολο, καθώς προσπαθούσε να κουμαντάρει το φαγητό, τα χαλινάρια και το κοντάρι με τη λάμπα, αλλά, παρά την ανορεξία που πίστευε πως είχε, έφαγε και τα ψίχουλα και έγλειψε τα δάχτυλά του όταν τελείωσε και σκέφτηκε πως δεν θα ήταν άσχημο αν είχε κι άλλο. Αρχισε μάλιστα να σκέφτεται πως οι Οδοί δεν ήταν και τόσο άσχημες, όπως έλεγε ο Λόιαλ. Μπορεί να βάραιναν, σαν την ώρα πριν την καταιγίδα, αλλά τίποτα δεν άλλαζε. Τίποτα δεν συνέβαινε. Οι Οδοί ήταν σχεδόν βαρετές.

Έπειτα ένα έκπληκτο γρύλισμα του Λόιαλ έσπασε τη σιωπή. Ο Ραντ ανασηκώθηκε στους αναβολείς του για να δα πέρα από τον Ογκιρανό και ξεροκατάπιε μ’ αυτό που είδε. Βρίσκονταν στη μέση μιας γέφυρας και μερικά μέτρα μπροστά από τον Λόιαλ η γέφυρα κατέληγε σε ένα χάσμα με ακανόνιστα χείλη.

45

Τι Ακολουθεί στη Σκιά

Το φως από τις λάμπες τους απλωνόταν μόλις όσο χρειαζόταν για να αγγίξει την άλλη πλευρά, που ξεπρόβαλλε από το σκοτάδι σαν σπασμένα δόντια γίγαντα. Το άλογο του Λόιαλ χτύπησε νευρικά το πόδι στο έδαφος και μια χαλαρή πέτρα έπεσε στο νεκρικό σκοτάδι κάτω τους. Ο Ραντ δεν την άκουσε να χτυπά σε πυθμένα.

Πλησίασε πιο κοντά στο χάσμα με τον Κοκκινοτρίχη. Όσο κι αν χαμήλωνε τη λάμπα με το κοντάρι, δεν υπήρχε τίποτα. Μαυρίλα από κάτω και μαυρίλα από πάνω, που έκοβαν το φως. Αν υπήρχε πάτος, μπορεί να ήταν πεντακόσια μέτρα πιο κάτω. Ή να μην υπήρχε. Αλλά, από την άλλη πλευρά, μπορούσε να δει τι ήταν κάτω από τη γέφυρα και την κρατούσε ψηλά. Τίποτα. Είχε πάχος λιγότερο από μια απλωσιά και από κάτω δεν υπήρχε απολύτως τίποτα.