Выбрать главу

Ο Λόιαλ κοίταξε για λίγο τον Οδηγό και μετά κάθισε σταυροπόδι και έτριψε τη σκονισμένη, βλογιοκομμένη πέτρα. “Κάποτε φύτρωναν φυτά στα Νησιά”, είπε θλιμμένα. “Όλα τα βιβλία το λένε. Υπήρχε χλωρό γρασίδι για να κοιμηθείς, απαλό σαν πουπουλένιο κρεβάτι. Δέντρα με φρούτα, για να νοστιμέψεις το φαΐ που είχες φέρει μ’ ένα μήλο, ή ένα αχλάδι, ή ένα καμπανόκαρπο, φρούτα γλυκά και τραγανά και ζουμερά, ό,τι εποχή κι αν ήταν έξω”.

“Δεν έχει τίποτα να κυνηγήσεις”, μούγκρισε ο Πέριν και φάνηκε να ξαφνιάζεται που είχε μιλήσει.

Η Εγκουέν έδωσε στον Λόιαλ ένα φλιτζάνι τσάι. Αυτός το κράτησε χωρίς να πίνει, κοιτάζοντάς το, σαν να μπορούσε να βρει φρούτα στα βάθη του.

“Δεν θα βάλεις φυλαχτά;” ρώτησε η Νυνάβε τη Μουαραίν. “Σίγουρα εδώ έχει χειρότερα πράγματα από αρουραίους. Μπορεί να μην είδα τίποτα, αλλά το νιώθω”.

Η Άες Σεντάι έτριψε τα δάχτυλα στις παλάμες της με αποστροφή. “Νιώθεις το μόλυσμα, τη διαφθορά της Δύναμης που έφτιαξε τις Οδούς. Δεν θα χρησιμοποιήσω τη Μία Δύναμη στις Οδούς, παρά μόνο αν αναγκαστώ. Το μίασμα είναι τόσο δυνατό, που ό,τι κι αν προσπαθήσω να κάνω σίγουρα θα μολυνθεί”.

Αυτό τους έκανε όλους να σωπάσουν σαν τον Λόιαλ. Ο Λαν κάθισε για να φάει με αυτόματες κινήσεις, σαν να έριχνε ξύλα σε φωτιά, σαν να ήταν το φαγητό απλό καύσιμο για το σώμα του. Κι η Μουαραίν έφαγε καλά, με παστρικές κινήσεις, σαν να μην ήταν καθισμένη ανακούρκουδα στη γυμνή πέτρα στη μέση μιας ερημιάς, αλλά ο Ραντ απλώς σκάλιζε το φαγητό του. Η μικρή φλόγα της κουζίνας λαδιού έδινε αρκετή θερμότητα για να βράσει νερό, αλλά ήταν στραμμένος προς εκεί, σαν να ήθελε να αγκαλιάσει τη ζέστη.

Οι ώμοι του άγγιζαν τον Ματ και τον Πέριν. Και οι τρεις κάθονταν κοντά στη φωτιά. Ο Ματ είχε ξεχάσει ότι κρατούσε στα χέρια του ψωμί και κρέας και τυρί και ο Πέριν, μετά από λίγες μπουκιές, άφησε κάτω το τσίγκινο πιάτο του. Η διάθεση τους βάρυνε και τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα κάτω, αποφεύγοντας το σκοτάδι γύρω τους.

Η Μουαραίν τους κοίταξε εξεταστικά, καθώς έτρωγε. Στο τέλος άφησε το πιάτο της στην άκρη και σκούπισε τα χείλη με μια πετσέτα “Μπορώ να σας πω κάτι ευχάριστο. Δεν νομίζω πως ο Θομ Μέριλιν είναι νεκρός”.

Ο Ραντ της έριξε μια αιχμηρή ματιά. “Μα.. ο Ξέθωρος...”

“Ο Ματ μου είπε τι συνέβη στην Ασπρογέφυρα”, είπε η Άες Σεντάι. Οι άνθρωποι εκεί μίλησαν για έναν Βάρδο, αλλά δεν είπαν ότι πέθανε. Θα το ανέφεραν, φαντάζομαι, αν είχε σκοτωθεί εκεί Βάρδος. Η Ασπρογέφυρα δεν είναι τόσο μεγάλη για να θεωρείται ασήμαντο θέμα ένας Βάρδος. Και ο Θομ είναι μέρος του Σχήματος, που υφαίνεται γύρω από σας τους τρεις. Αρκετά σημαντικό μέρος, ώστε να μην κοπεί ακόμα”.

Αρκετά σημαντικό; σκέφτηκε ο Ραντ. Πώς μπορεί να ξέρει η Μουαραίν ότι...; “Η Μιν; Είδε κάτι για τον Θομ;”

“Είδε πολλά”, είπε πικρόχολα η Μουαραίν. “Για όλους σας. Μακάρι να καταλάβαινα έστω και τα μισά, αλλά δεν τα καταλαβαίνει ούτε η ίδια. Οι αρχαίοι φραγμοί γκρεμίζονται. Μα είτε είναι παλιό, είτε καινούργιο αυτό που κάνει, βλέπει την αλήθεια. Οι μοίρες σας είναι δεμένες μεταξύ τους. Και του Θομ Μέριλιν επίσης”.

Η Νυνάβε ξεφύσηξε ειρωνικά και έβαλε άλλο ένα φλιτζάνι τσάι.

“Δεν καταλαβαίνω πώς είδε κάτι για μας”, είπε ο Ματ με ένα πλατύ χαμόγελο. “Αν θυμάμαι καλά, είχε μάτια μόνο για τον Ραντ”.

Η Εγκουέν ύψωσε το φρύδι της. “Ε; Αυτό δεν μου το είπες, Μουαραίν Σεντάι”.

Ο Ραντ την κοίταξε. Δεν τον κοίταζε, αλλά ο τόνος της ήταν υπερβολικά ανέκφραστος. “Της μίλησα μια φορά”, είπε. “Ντύνεται σαν αγόρι και τα μαλλιά της είναι κοντά σαν τα δικά μου”.

“Της μίλησες. Μια φορά”. Η Εγκουέν έντυσε αργά. Αποφεύγοντας συνεχώς το βλέμμα του, έφερε το φλιτζάνι στα χείλη της.

“Η Μιν ήταν, απλώς, κάποια που δούλευε στο πανδοχείο στο Μπάερλον”, είπε ο Πέριν. “Όχι σαν τον Άραμ”.

Η Εγκουέν στραβοκατάπιε το τσάι της. “Καίει πολύ”, μουρμούρισε.

“Ποιος είναι ο Αραμ;” ρώτησε ο Ραντ. Ο Πέριν χαμογέλασε, όπως χαμογελούσε ο Ματ τον παλιό καιρό που έκανε τις ζαβολιές του και κρύφτηκε πίσω από το φλιτζάνι του.

“Ένας Ταξιδιώτης”, είπε αδιάφορα η Εγκουέν, αλλά τα μάγουλά της γέμισαν κόκκινες κηλίδες.