“Θα βρούμε και χειρότερα”, είπε απαλά η Μουαραίν. Του Ραντ του φάνηκε πως δεν το είχε πει για να το ακούσουν.
Η Άες Σεντάι ανέβηκε κουρασμένα στη σέλα και κάθισε με ένα στεναγμό ευχαρίστησης. “Αυτό είναι επικίνδυνο”, είπε, κοιτάζοντας τη σπασμένη είσοδο. Δεν έριξε παρά μόνο μια ματιά στο καμένο ραβδί της. “Το πλάσμα δεν μπορεί να βγει έξω, αλλά οποιοσδήποτε μπορεί να μπει. Ο Άγκελμαρ πρέπει να στείλει ανθρώπους να το χτίσουν, όταν φτάσουμε στο Φαλ Ντάρα”. Έδειξε προς το βορρά, τους πύργους, που φαίνονταν στην αχλύ του ορίζοντα πάνω από τις γυμνές δεντροκορφές.
46
Φαλ Ντάρα
Η περιοχή γύρω από την Πύλη ήταν γεμάτη δασώδεις λόφους που ανεβοκατέβαιναν απαλά, πέρα όμως από τις ίδιες τις πόρτες δεν υπήρχε κανένα σημάδι Ογκιρανού άλσους. Τα πιο πολλά δέντρα ήταν γκρίζοι σκελετοί, που τανύζονταν προς τον ουρανό. Υπήρχαν λιγότερα αειθαλή απ’ όσα είχε συνηθίσει να βλέπει ο Ραντ και από αυτά πολλά ήταν γεμάτα ξεραμένες βελόνες και φύλλα. Ο Λόιαλ δεν έκανε κανένα σχόλιο, παρά μόνο κούνησε θλιμμένα το κεφάλι.
“Νέκρα, όπως στις Ρημαγμένες Χώρες”, είπε η Νυνάβε, σμίγοντας τα φρύδια. Η Εγκουέν τυλίχτηκε με το μανδύα της και ανατρίχιασε.
“Τουλάχιστον βγήκαμε”, είπε ο Πέριν, και ο Ματ πρόσθεσε, “πού βγήκαμε;”
“Στο Σίναρ”, τους είπε ο Λαν. “Είμαστε στις Μεθόριες”. Στη σκληρή φωνή του υπήρχε μια νότα, που έλεγε ότι ήταν σχεδόν στο σπίτι του.
Ο Ραντ κουκουλώθηκε με το μανδύα του για το κρύο. Οι Μεθόριες. Άρα η Μάστιγα ήταν κοντά. Η Μάστιγα. Ο Οφθαλμός του Κόσμου. Και αυτό που είχαν έρθει για να κάνουν.
“Είμαστε κοντά στο Φαλ Ντάρα”, είπε η Μουαραίν. “Λίγα μίλια ακόμα”. Πέρα από τις δεντροκορφές υψώνονταν πύργοι προς τα βόρεια και τα ανατολικά, σκοτεινοί στο φόντο του πρωινού ουρανού. Ανάμεσα στους λόφους και τα δάση, οι πύργοι συχνά εξαφανίζονταν, καθώς η ομάδα προχωρούσε και ξαναφαίνονταν όταν περνούσε κάποιο ιδιαίτερα ψηλό λόφο.
Ο Ραντ πρόσεξε δέντρα, που είχαν ανοίξει σαν να τα είχε χτυπήσει κεραυνός.
“Το κρύο”, απάντησε ο Λαν, όταν ρωτήθηκε. “Μερικές φορές ο χειμώνας είναι τόσο κρύος εδώ, που ο χυμός τους παγώνει και τα δέντρα ανατινάζονται. Είναι βραδιές που τα ακούς να σκάνε σαν πυροτεχνήματα και ο αέρας είναι τόσο ξερός, που σου φαίνεται ότι κι αυτός θα σκάσει. Το χειμώνα που πέρασε τέτοια βράδια ήταν πολύ συχνά”.
Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. Δέντρα που ανατινάζονταν, Και αυτό γινόταν με το φυσιολογικό χειμώνα. Πώς ήταν άραγε ο φετινός χειμώνας; Σίγουρα δεν θα μπορούσε να τον φανταστεί.
“Ποιος λέει ότι ο χειμώνας πέρασε;” είπε ο Ματ, ενώ τα δόντια του χτυπούσαν.
“Μα αυτή είναι μια ωραία άνοιξη, βοσκέ”, είπε ο Λαν, “Ωραία άνοιξη για να ’σαι ζωντανός. Αλλά, αν θέλεις ζέστη, ε, θα έχει ζέστη στη Μάστιγα”.
Ο Ματ μουρμούρισε χαμηλόφωνα, “Μα το αίμα και τις στάχτες. Μα το αίμα και τις φλογισμένες στάχτες!” Ο Ραντ μόλις που τον άκουγε, αλλά έμοιαζε να βγαίνει από την καρδιά του.
Βρέθηκαν να περνούν κοντά από φάρμες, αλλά, παρ’ όλο που ήταν η ώρα που έπρεπε να μαγειρεύουν μεσημεριανό, δεν έβγαιναν καπνοί από τις ψηλές πέτρινες καμινάδες. Τα χωράφια δεν είχαν ούτε ανθρώπους ούτε ζωντανά, αν και μερικές φορές υπήρχαν αλέτρια, ή κάρα παρατημένα, σαν να σκόπευε ο ιδιοκτήτης τους να γυρίσει σε λιγάκι.
Σε μια φάρμα κοντά στο δρόμο μια κότα σκάλιζε την αυλή. Το ένα φύλλο της πόρτας του στάβλου κουνιόταν στον άνεμο· το άλλο είχε σπάσει από τον κάτω μεντεσέ και κρεμόταν στραβά. Το ψηλό σπίτι, που φαινόταν παράξενο στα μάτια του Ραντ, με τη διπλή στέγη και τα μεγάλα ταβανοσάνιδα, τα οποία έφταναν σχεδόν ως το έδαφος, έμοιαζε παγωμένο και σιωπηλό. Κανένα σκυλί δεν βγήκε να τους γαβγίσει. Ένα δρεπάνι κειτόταν στη μέση της αυλής του στάβλου· πλάι στο πηγάδι υπήρχε ένας σωρός από αναποδογυρισμένους κουβάδες.
Η Μουαραίν κοίταξε συνοφρυωμένη την αγροικία καθώς περνούσαν. Σήκωσε τα χαλινάρια της Αλντίμπ και η λευκή φοράδα τάχυνε το βήμα.
Τα παιδιά από το Πεδίο του Έμοντ ήταν μαζεμένα κοντά στον Λόιαλ, λίγο πίσω από την Άες Σεντάι και τον Πρόμαχο.
Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι εκεί φύτρωνε ποτέ κάτι. Αλλά, βέβαια, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ούτε τις Οδούς. Ακόμα και τώρα, που ήταν μακριά τους.
“Δεν νομίζω ότι εκείνη το περίμενε αυτό”, είπε χαμηλόφωνα η Νυνάβε, με μια χειρονομία που έδειχνε όλες τις άδειες φάρμες που είχαν δει.
“Πού πήγαν όλοι;” είπε η Εγκουέν. “Γιατί; Δεν μπορεί να έχει καιρό που έφυγαν”.
“Γιατί το λες αυτό;” ρώτησε ο Ματ. “Έτσι όπως έδειχνε εκείνη η πόρτα του στάβλου, μπορεί να λείπουν όλο το χειμώνα”. Η Νυνάβε και η Εγκουέν τον κοίταξαν σαν να ήταν αργόστροφος.