Выбрать главу

“Άσε με να ξεκουραστώ λίγο, αγόρι μου. Κουράστηκα”.

Ο Ραντ χτύπησε τη γροθιά στο μηρό του. Αν βρίσκονταν στα ζεστά, μέσα στην αγροικία, με το τζάκι και τις κουβέρτες, με άφθονο νερό και φλούδες ιτιάς, ίσως μπορούσε να περιμένει το χάραμα, μέχρι να ζέψει την Μπέλα και να πάει τον Ταμ στο χωριό. Εδώ δεν είχαν φωτιά, ούτε κουβέρτες, ούτε κάρο, ούτε και την Μπέλα. Όμως όλα αυτά υπήρχαν ακόμα μέσα στο σπίτι. Αν δεν μπορούσε να πάει τον Ταμ εκεί, ίσως κατάφερνε να φέρει κάτι στον Ταμ. Αν είχαν φύγει οι Τρόλοκ. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να φύγουν.

Κοίταξε το στειλιάρι, το άφησε να πέσει. Αντίθετα, πήρε το σπαθί του Ταμ. Η λεπίδα έλαμπε θαμπά στο χλωμό φως του φεγγαριού. Η μακριά λαβή του έδινε μια αλλόκοτη αίσθηση στο χέρι· το βάρος και το ζύγιασμά της ήταν παράξενα. Έκοψε τον αέρα μερικές φορές και σταμάτησε αναστενάζοντας. Ήταν εύκολο να κόβεις τον αέρα. Αν έπρεπε να κάνει την ίδια κίνηση μπροστά σε Τρόλοκ, σίγουρα θα το ξανάβαζε στα πόδια, ή θα μαρμάρωνε και θα έμενε ασάλευτος, μέχρι να υψώσει ο Τρόλοκ το αλλόκοτο σπαθί του και να τον... Σταμάτα! Δεν βοηθούν αυτά!

Καθώς έκανε να σηκωθεί, ο Ταμ του έπιασε το μπράτσο. “Πού πας;”

“Χρειαζόμαστε το κάρο”, είπε ήρεμα. “Και κουβέρτες”. Σοκαρίστηκε όταν τράβηξε με μεγάλη ευκολία το χέρι του πατέρα του από το μανίκι του. “Ξεκουράσου και θα ξανάρθω”.

“Πρόσεχε”, είπε αδύναμα ο Ταμ.

Δεν έβλεπε το πρόσωπο του πατέρα του στο φεγγαρόφωτο, αλλά ένιωθε το βλέμμα του. “Θα προσέχω”. Σαν ποντίκι που εξερευνά φωλιά γερακιού, σκέφτηκε.

Σιωπηλός, σαν να ήταν κι αυτός σκιά, χώθηκε στο σκοτάδι. Από το μυαλό του πέρασαν οι ώρες που έπαιζε κυνηγητό στα δάση με τους φίλους του, όταν ήταν παιδιά, που παραμόνευαν ο ένας τον άλλον, που έβαζε τα δυνατά του να μην ακουστεί, μέχρι να αγγίξει τον ώμο του άλλου. Για κάποιο λόγο δεν κατάφερε να βρει κοινά σημεία με την αποψινή βραδιά.

Ενώ σερνόταν από δέντρο σε δέντρο προσπαθούσε να καταστρώσει κάποιο σχέδιο, αλλά, όταν έφτασε στην άκρη του δάσους, είχε βρει και είχε απορρίψει δέκα. Όλα εξαρτώνταν από το αν οι Τρόλοκ βρίσκονταν ακόμη εκεί. Αν είχαν φύγει, απλώς θα έμπαινε στο σπίτι και θα έπαιρνε ό,τι χρειαζόταν. Αν βρίσκονταν ακόμα εκεί... Σ’ αυτή την περίπτωση δεν θα είχε να κάνει τίποτα άλλο παρά να γυρίσει στον Ταμ. Δεν του άρεσε αυτό, αλλά ο θάνατός του δεν θα βοηθούσε τον Ταμ.

Κοίταξε προσεκτικά τα κτίσματα του αγροκτήματος. Ο αχυρώνας και το μαντρί ήταν μονάχα σκοτεινά σχήματα στο φως του φεγγαριού. Όμως, από τα μπροστινά παράθυρα του σπιτιού και από την ανοιχτή εξώπορτα έπεφτε φως. Είναι τα κεριά που άναψε ο πατέρας, ή μήπως Τρόλοκ που περιμένουν;

Πετάχτηκε μ’ ένα σπασμό, όταν ακούστηκε η βραχνή κραυγή ενός νυχτοπάτη και μετά σωριάστηκε στη ρίζα ενός δέντρου, τρέμοντας. Δεν έκανε τίποτα έτσι. Έπεσε μπρούμυτα, άρχισε να σέρνεται, κρατώντας άβολα το σπαθί μπροστά του. Σ’ όλο το δρόμο μέχρι το πίσω μέρος του μαντριού κρατούσε το σαγόνι του στο χώμα.

Ζάρωσε πλάι στον πέτρινο τοίχο και έστησε αυτί. Ούτε ένας ήχος δεν τάραζε τη νύχτα. Σηκώθηκε προσεκτικά, όσο για να κοιτάξει πάνω από τον τοίχο. Τίποτα δεν σάλευε στην αυλή. Καμία σκιά δεν τρεμόπαιζε στα φωτισμένα παράθυρα του σπιτιού, ή στην είσοδο. Πρώτα την Μπέλα και το κάρο, ή τις κουβέρτες και τα υπόλοιπα; Το φως τον έκανε να αποφασίσει. Ο αχυρώνας ήταν σκοτεινός. Δεν ήξερε τι κρυβόταν εκεί και δεν θα το έβρισκε, παρά μόνο πολύ αργά. Τουλάχιστον στο σπίτι θα έβλεπε τι υπήρχε μέσα.

Έκανε να ξαναχαμηλώσει το κορμί του, ύστερα σταμάτησε ξαφνικά. Δεν ακουγόταν ο παραμικρός ήχος. Τα πιο πολλά πρόβατα θα είχαν ξαπλώσει και θα είχαν ξανακοιμηθεί, αν και δεν ήταν πιθανό κάτι τέτοιο, αλλά κάποια ήταν πάντα ξύπνια, ακόμα και αργά τη νύχτα και σάλευαν, βελάζοντας μερικές φορές. Ο Ραντ, μόλις που διέκρινε τους σκιώδεις όγκους των προβάτων στο χώμα. Ένα ήταν σχεδόν ακριβώς από κάτω του.

Προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο, ανέβηκε στον τοίχο και άπλωσε το χέρι του προς τη μουντή μορφή. Τα δάχτυλά του άγγιξαν κατσαρό μαλλί, και μετά κάτι υγρό· το πρόβατο δεν κουνήθηκε. Ο αέρας βγήκε όλος από τα πνευμόνια του Ραντ, καθώς απομακρυνόταν από τον τοίχο και παραλίγο θα του έπεφτε το σπαθί, καθώς σωριαζόταν στο χώμα έξω από το μαντρί.

Σκέφτηκε θυμωμένα πως τίποτα δεν είχε αλλάξει. Οι Τρόλοκ είχαν διαπράξει αυτή τη σφαγή και είχαν χαθεί. Επαναλαμβάνοντάς το στο νου του σύρθηκε κατά μήκος της αυλής, κρατώντας το σώμα του όσο πιο χαμηλά μπορούσε, προσπαθώντας ταυτόχρονα να κοιτάζει προς όλες τις κατευθύνσεις. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ του πως θα ζήλευε τα σκουλήκια.