Выбрать главу

“Του Ανόφθαλμου;” είπε ο Ραντ και ο Λαν ένευσε.

“Οι Μυρντράαλ βλέπουν σαν αετοί στο σκοτάδι και στο φως, αλλά δεν έχουν μάτια. Ελάχιστα πράγματα είναι πιο επικίνδυνα από το να αντιμετωπίσεις έναν Μυρντράαλ. Η Μουαραίν Σεντάι κι εγώ προσπαθήσαμε να σκοτώσουμε εκείνον που είχε έρθει εδώ χθες το βράδυ και αποτύχαμε και οι δυο. Οι Ημιάνθρωποι έχουν την καλή τύχη του Σκοτεινού”.

Ο Ραντ ξεροκατάπιε. “Ένας Τρόλοκ είπε ότι ο Μυρντράαλ ήθελε να μου μιλήσει. Δεν ήξερα τι εννοούσε”.

Ο Λαν σήκωσε απότομα το κεφάλι· τα μάτια του ήταν γαλάζιες πέτρες. “Μίλησες με Τρόλοκ;”

“Όχι ακριβώς”, ψέλλισε ο Ραντ. Το βλέμμα του Πρόμαχου τον κρατούσε, σαν παγίδα. “Μου μίλησε. Είπε ότι δεν θα με πείραζε, ότι ο Μυρντράαλ ήθελε να μου μιλήσει. Ύστερα προσπάθησε να με σκοτώσει”. Έγλειψε τα χείλη και έτριψε το καλοδουλεμένο δέρμα της λαβής του σπαθιού. Με σύντομες, κοφτές φράσεις εξήγησε πώς είχε επιστρέψει στην αγροικία. “Αντίθετα, τον σκότωσα εγώ”, κατέληξε. “Κατά λάθος. Μου όρμηξε και είχα το σπαθί στο χέρι”.

Το πρόσωπο του Λαν μαλάκωσε κάπως, αν μπορεί να πει κανείς ότι η πέτρα μαλακώνει. “Ακόμα κι έτσι, δεν είναι καθόλου ασήμαντο, βοσκέ. Μέχρι χθες το βράδυ ελάχιστοι άνθρωποι στα νότια των Μεθόριων μπορούσαν να πουν πως έχουν δει Τρόλοκ, πόσο μάλλον να τον σκοτώσουν”.

“Κι ακόμα λιγότεροι είναι όσοι έχουν σκοτώσει Τρόλοκ μόνοι κι αβοήθητοι”, είπε κουρασμένα η Μουαραίν. “Τελείωσε, Ραντ. Λαν, βοήθησε με να σηκωθώ”.

Ο Πρόμαχος όρμηξε στο πλευρό της, αλλά δεν ήταν πιο γρήγορος από τον Ραντ, που έτρεξε στο κρεβάτι. Η επιδερμίδα του Ταμ ήταν δροσερή, αν και το πρόσωπό του είχε μια ωχρή, ξεπλυμένη όψη, σαν να είχε καιρό να τον δει ο ήλιος. Τα μάτια του ήταν ακόμα κλειστά, αλλά ανάπνεε, με τις βαθιές ανάσες του φυσιολογικού ύπνου.

“Θα είναι καλά τώρα;” ρώτησε ο Ραντ με αgωνία.

“Όταν ξεκουραστεί, ναι”, είπε η Μουαραίν. “Μερικές βδομάδες στο κρεβάτι και θα είναι όπως και πριν”. Τρέκλιζε, αν και κρατιόταν από το μπράτσο του Λαν, Ο Πρόμαχος μάζεψε το μανδύα και το ραβδί της από την καρέκλα με το μαξιλαράκι και η Μουαραίν κάθισε αναστενάζοντας. Αργά και προσεκτικά ξανατύλιξε το ανγκριάλ και το ξανάβαλε στο σάκο της.

Ο Ραντ έτρεμε ολόκληρος· δάγκωσε τα χείλη του για να μη γελάσει. Την ίδια στιγμή σκούπισε με το χέρι τα μάτια του για να διώξει τα δάκρια. “Σ’ ευχαριστώ”.

“Την Εποχή των Θρύλων”, συνέχισε η Μουαραίν, “κάποιες Άες Σεντάι μπορούσαν να ξανανάψουν τις φλόγες της ζωής και της υγείας, ακόμα κι αν παρέμενε μόνο μια μικρή σπιθούλα. Όμως οι καιροί εκείνοι πέρασαν — ίσως για πάντα. Τόσα χάθηκαν όχι μόνο το πώς κατασκευάζουμε το ανγκριάλ. Τόσα θα μπορούσαν να γίνουν, που δεν τολμούμε ούτε να τα ονειρευτούμε, αν τα θυμόμαστε καν. Τώρα είμαστε πολύ λιγότερες. Μερικά ταλέντα έχουν σχεδόν χαθεί και πολλά που παραμένουν μοιάζουν ασθενέστερα. Τώρα πρέπει να υπάρχει και βούληση και δύναμη για να τα αντλήσει το σώμα, αλλιώς, ακόμα και οι δυνατότερες, δεν μπορούμε να Θεραπεύσουμε. Ευτυχώς που ο πατέρας σου είναι δυνατός άνθρωπος, τόσο στο σώμα, όσο και στο πνεύμα. Ακόμα κι έτσι, κατανάλωσε πολλή από τη δύναμή του πολεμώντας για τη ζωή του, τώρα όμως το μόνο που του μένει είναι να αναρρώσει. Αυτό θα πάρει καιρό, αλλά το μίασμα χάθηκε”.

“Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε ξεπληρώσω”, της είπε, δίχως να πάρει το βλέμμα από τον Ταμ, “αλλά ό,τι μπορώ να κάνω για σένα θα το κάνω. Οτιδήποτε”. Θυμήθηκε ύστερα τη συζήτηση που είχαν για το αντίτιμο και την υπόσχεσή του. Τώρα, που γονάτιζε δίπλα στον Ταμ, το πίστευε ακόμα περισσότερο, αλλά δεν του ήταν εύκολο να την κοιτάζει. “Οτιδήποτε. Αρκεί να μην βλάψει το χωριό, ή τους φίλους μου”.

Η Μουαραίν έκανε μια απορριπτική χειρονομία. “Αν το θεωρείς αναγκαίο. Θα ήθελα πάντως να μιλήσουμε. Σίγουρα θα φύγεις όταν φύγουμε κι εμείς και τότε θα έχουμε χρόνο να μιλήσουμε”.

“Να φύγω!” αναφώνησε εκείνος, και σηκώθηκε όρθιος. “Τόσο άσχημα είναι τα πράγματα; Όλοι μου φαίνονταν έτοιμοι να φτιάξουν τα πάντα από την αρχή. Είμαστε νοικοκυρεμένοι εδώ στους Δύο Ποταμούς. Ποτέ κανείς δεν φεύγει”.

“Ραντ—”

“Και πού να πάμε; Ο Πάνταν Φάιν είπε ότι ο καιρός παντού είναι χάλια. Είναι... ήταν... ο πραματευτής. Οι Τρόλοκ...” Ο Ραντ ξεροκατάπιε κι ευχήθηκε να μην του είχε πει ο Θομ Μέριλιν τι έτρωγαν οι Τρόλοκ. “Το καλύτερο, κατά τη γνώμη μου, είναι να μείνουμε εδώ, που είναι ο τόπος μας, στους Δύο Ποταμούς, και να τα ξαναστήσουμε όλα. Έχουμε σπαρτά φυτεμένα και, όπου να ’ναι, θα πρέπει να ζεστάνει ο καιρός για να κουρέψουμε τα πρόβατα. Δεν ξέρω ποιος άρχισε αυτές τις κουβέντες, ότι φεύγουμε —κάνας Κόπλιν, πάω στοίχημα- αλλά, όποιος και να ’ταν—”