Выбрать главу

Κατάφερε κάπως να κρατήσει τα γκέμια· στηρίχθηκε όμως στα πόδια και στο άλλο χέρι του και σηκώθηκε όρθιος, πηδώντας και παραπατώντας δεξιά κι αριστερά για να μην ξαναπέσει. Η ανάσα του ήταν τραχιά, λαχανιασμένη, απελπισμένη. Δεν μπορούσε να αφήσει τον Κλάουντ να το σκάσει. Άπλωσε με αγωνία το χέρι, κατάφερε με δυσκολία να πιάσει το λουρί. Ο Κλάουντ σηκώθηκε όρθιος, τραβώντας τον στον αέρα· ο Ραντ κρατήθηκε όπως-όπως, ελπίζοντας ενάντια σε κάθε ελπίδα ότι το άλογο θα ηρεμούσε.

Όταν ξανάπεσε, το τράνταγμα έκανε τα δόντια του Ραντ να χτυπήσουν με δύναμή, αλλά ξαφνικά το γκρίζο άλογο έμεινε ακίνητο, τρέμοντας, με τα ρουθούνια να ανοιγοκλείνουν, τα μάτια να κοιτούν πέρα-δώθε, τα πόδια αλύγιστα. Κι ο Ραντ έτρεμε και σχεδόν κρεμόταν από τα γκέμια. Κι αυτό το χαζό, πρέπει να τρόμαξε από το χτύπημα, σκέφτηκε. Πήρε τρεις-τέσσερις βαθιές, τρεμάμενες ανάσες. Μόνο τότε μπόρεσε να κοιτάξει γύρω του και να δει τι είχαν πάθει οι άλλοι.

Στην ομάδα τους επικρατούσε χάος. Οι σύντροφοι του έσφιγγαν τα γκέμια και προσπαθούσαν, δίχως επιτυχία, να καλμάρουν τα άλογα, που τίναζαν τα κεφάλια και ορθώνονταν, σέρνοντάς τους πέρα-δώθε μέσα στην αταξία και τη σύγχυση. Μόνο δύο δεν έμοιαζαν να έχουν πρόβλημα με τα άτια τους. Η Μουαραίν καθόταν ευθυτενής στη σέλα της και η λευκή φοράδα απομακρυνόταν με χαριτωμένες κινήσεις από την αναταραχή, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα το ασυνήθιστο. Ο Λαν, πεζός, έψαχνε με το βλέμμα τον ουρανό, κρατώντας στο ένα χέρι το σπαθί και στο άλλο τα γκέμια· ο μαύρος επιβήτορας με το αστραφτερό τρίχωμα στεκόταν ήσυχος δίπλα του.

Η χαρούμενη φασαρία του Λόφου της Βίγλας είχε πάψει. Θα πρέπει να είχαν ακούσει την κραυγή κι εκείνοι που βρίσκονταν στο χωριό. Ο Ραντ ήξερε ότι θα έστηναν αυτί για λίγο και ίσως θα κοίταζαν να δουν τι γινόταν και μετά θα συνέχιζαν το γλεντοκόπημά τους. Σύντομα θα ξεχνούσαν το περιστατικό, η ανάμνησή του θα ξεθώριαζε με το τραγούδι και το φαγητό και το χορό και τη διασκέδαση. Όταν θα έφταναν τα νέα από το Πεδίο του Έμοντ, ίσως κάποιοι να το θυμόνταν και να αναρωτιόνταν. Ένα βιολί άρχισε να παίζει και μετά από λίγο το συνόδευσε μια φλογέρα. Το χωριό ξανάπιανε το γλέντι.

“Στα άλογα!” διέταξε κοφτά ο Λαν. Θηκάρωσε το σπαθί του και πήδηξε στο άλογο. “Το Ντραγκχάρ δεν θα φανερωνόταν, αν δεν είχε ήδη αναφέρει τη θέση μας στον Μυρντράαλ”. Άλλη μια στριγκλιά ήχησε ψηλά από πάνω τους, πιο αμυδρή, αλλά όχι πιο ήμερη. Η μουσική από το Λόφο της Βίγλας σταμάτησε πάλι σπασμωδικά. “Τώρα μας ακολουθεί, βάζει σημάδι για τον Ημιάνθρωπο. Δεν θα αργήσει”.

Τα άλογα, τώρα που ήταν ξεκούραστα, αλλά και φοβισμένα, χοροπηδούσαν επιτόπου και απομακρύνονταν από τους χωρικούς που προσπαθούσαν να ιππεύσουν. Ο Θομ Μέριλιν, βλαστημώντας, ήταν ο πρώτος που ανέβηκε στη σέλα και οι άλλοι δεν άργησαν να τον μιμηθούν. Όλοι, εκτός από έναν.

“Βιάσου, Ραντ!” φώναξε η Εγκουέν. Το Ντραγκχάρ στρίγκλισε άλλη μια φορά και η Μπέλα έκανε μερικά βήματα, πριν η κοπέλα τη συγκρατήσει. “Βιάσου!”

Ο Ραντ συνειδητοποίησε ξαφνιασμένος πως, αντί να ανέβει στον Κλάουντ, είχε καθίσει εκεί ατενίζοντας τον ουρανό, προσπαθώντας μάταια να εντοπίσει την πηγή αυτών των κακόβουλων τσιρίδων. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ασυναίσθητα είχε τραβήξει το σπαθί του Ταμ, λες και θα πολεμούσε το ιπτάμενο πλάσμα.

Κοκκίνισε, νιώθοντας χαρά που τον έκρυβε η νύχτα. Με το ένα χέρι να κρατά τα γκέμια, ξανάβαλε αδέξια το σπαθί του στο θηκάρι, ρίχνοντας μια γοργή ματιά στους άλλους. Η Μουαραίν, ο Λαν και η Εγκουέν τον κοίταζαν, αν και δεν μπορούσε να πει πόσο καθαρά τον έβλεπαν στο φως του φεγγαριού. Οι άλλοι πάσχιζαν να συγκρατήσουν τα άλογά τους και δεν του έδιναν σημασία. Έπιασε μ’ ένα χέρι το μπροστάρι της σέλας κι ανέβηκε με ένα άλμα, σαν να έκανε αυτή την κίνηση όλη του τη ζωή. Αν οι φίλοι του είχαν προσέξει το σπαθί, σίγουρα θα είχε να τ’ ακούσει αργότερα. Τότε θα είχε καιρό για να ανησυχήσει.

Μόλις ανέβηκε στη σέλα ξεκίνησαν πάλι καλπάζοντας, πήραν το δρόμο και πέρασαν δίπλα από το λόφο που έμοιαζε με θόλο. Τα σκυλιά του χωριού τους γάβγισαν δεν είχαν περάσει εντελώς απαρατήρητοι. Ή μπορεί τα σκυλιά να μυρίστηκαν Τρόλοκ, σκέφτηκε ο Ραντ, Τα γαυγίσματα και τα φώτα του χωριού γρήγορα χάθηκαν πίσω τους.

Κάλπαζαν ο ένας πάνω στον άλλο, σαν κουβάρι, και τα άλογα μόνο που δεν τρίβονταν μεταξύ τους. Ο Λαν τους διέταξε να απλωθούν, αλλά κανένας δεν ήθελε να μείνει μόνος στη νύχτα. Μια κραυγή ακούστηκε από ψηλά. Ο Πρόμαχος τα παράτησε και τους άφησε να τρέχουν ομαδόν.

Ο Ραντ ήταν κοντά, πίσω από τη Μουαραίν και τον Λαν και το γκρίζο άλογά του μοχθούσε για να μπει ανάμεσα στο μαύρο του Πρόμαχου και τη λεπτή φοράδα της Άες Σεντάι. Η Εγκουέν και ο τραγουδιστής έτρεχαν δεξιά κι αριστερά του, ενώ οι φίλοι του Ραντ ήταν κολλημένοι πίσω του. Ο Κλάουντ, παρακινημένος από τις κραυγές του Ντραγκχάρ, έβαζε τα δυνατά του και ο Ραντ δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τον σταματήσει, ακόμα κι αν ήθελε, αλλά δεν κέρδιζε εκατοστό πίσω από τα άλλα δύο άλογα.