Выбрать главу

“Να”, είπε ο Λαν, δίνοντας το τελευταίο νόμισμα στον Χαϊτάουερ. “Όπως συμφωνήσαμε”. Δεν έκανε να πάρει το πουγκί του και ο άνδρας με πρόσωπο τρωκτικού το κοίταξε άπληστα.

Η αποβάθρα τρεμούλιασε μ’ ένα δυνατό τριγμό. Ο Χαϊτάουερ τινάχτηκε όρθιος, γύρισε το κεφάλι προς το πέραμα, που το κουκούλωνε η καταχνιά. Οι πυρσοί που είχαν μείνει στο πλοιάριο ήταν δύο αμυδρές, θολές κηλίδες φωτός. Η αποβάθρα βόγκηξε και μ’ ένα βροντερό πάταγο από ξύλα που έσπαζαν οι δύο λάμψεις τινάχτηκαν κι άρχισαν να περιστρέφονται. Η Εγκουέν άφησε μια κραυγή και ο Θομ βλαστήμησε.

“Λύθηκε!” ούρλιαξε ο Χαϊτάουερ. Αρπαξε τους τραβηχτές του και τους έσπρωξε στην αποβάθρα. “Το πέραμα λύθηκε, βλάκες! Πιάστε το! Πιάστε το!”

Οι τραβηχτές έκαναν τρεκλίζοντας μερικά βήματα, ενώ τους έσπρωχνε ο Χαϊτάουερ, ύστερα σταμάτησαν. Τα θαμπά φώτα στο πέραμα στριφογυρνούσαν ολοένα και γρηγορότερα. Η ομίχλη από πάνω τους στροβιλίστηκε, παρασύρθηκε σε μια ελικοειδή κίνηση. Η αποβάθρα σείστηκε. Οι ήχοι των ξύλων που έσπαζαν και σχίζονταν γέμισαν τον αέρα, καθώς το πέραμα άρχισε να διαλύεται.

“Ρουφήχτρα”, είπε ένας τραβηχτής, με φωνή όλο δέος.

“Δεν έχει ρουφήχτρες στον Τάρεν”, είπε ο Χαϊτάουερ. Έμοιαζε να του έχουν κοπεί τα γόνατα. “Ποτέ δεν είχε ρουφήχτρες...”

“Ατυχές περιστατικό”. Η φωνή της ήταν κούφια μέσα στην ομίχλη, που έκανε το σώμα της σκιά καθώς έφευγε από το ποτάμι.

“Ατυχές”, συμφώνησε ο Λαν ανέκφραστα. “Φαίνεται πως θα αργήσεις να περάσεις άλλους από το ποτάμι. Είναι κακοτυχία που έχασες το σκάφος σου, ενώ εργαζόσουν για μας”. Έψαξε πάλι στο πουγκί του, που ήταν έτοιμο στο χέρι του. “Πρέπει να είναι αρκετή ανταμοιβή”.

Ο Χαϊτάουερ κοίταξε για μια στιγμή το χρυσάφι, που έλαμπε στο χέρι του Λαν κάτω από το φως των πυρσών, έπειτα οι ώμοι του καμπούριασαν και το βλέμμα του πέταξε στους άλλους που είχε μεταφέρει. Η ομάδα από το Πεδίο του Έμοντ στεκόταν σιωπηλή, θαμπή μέσα στην ομίχλη. Με μια φοβισμένη, άναρθρη κραυγή, ο περαματάρης άρπαξε τα νομίσματα από τον Λαν, γύρισε σαν σβούρα και έτρεξε στην ομίχλη. Οι τραβηχτές του ήταν μόνο μισό βήμα πίσω του και οι δαυλοί τους γρήγορα χάθηκαν, καθώς ανηφόριζαν την όχθη αντίθετα από τη φορά του ποταμού.

“Τίποτε άλλο δεν μας κρατά εδώ πέρα”, είπε η Άες Σεντάι, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα το ασυνήθιστο. Απομακρύνθηκε από την αποβάθρα και ανηφόρισε την όχθη, οδηγώντας τη λευκή φοράδα της.

Ο Ραντ στάθηκε πλάι στο κρυμμένο ποτάμι. Μπορεί να ήταν τυχαίο. Δεν έχει ρουφήχτρες, έτσι είπε, αλλά... Συνειδητοποίησε ξαφνικά πως όλοι είχαν φύγει. Ανέβηκε βιαστικά την ανηφορίτσα της όχθης.

Τρία βήματα παραπέρα, η πυκνή ομίχλη έσβηνε και χανόταν. Σταμάτησε αμέσως και κοίταξε πίσω. Σαν μια γραμμή να έσχιζε την ακροποταμιά, από τη μια πλευρά κρεμόταν γκρίζα καταχνιά κι από την άλλη άστραφτε ο καθαρός νυχτερινός ουρανός, που ήταν ακόμα σκοτεινός, παρ’ όλο που η διαύγεια του φεγγαριού έδειχνε πως η αυγή δεν θα αργούσε.

Ο Πρόμαχος και η Άες Σεντάι στέκονταν και διαβουλεύονταν πλάι στα άλογά τους, λίγο πέρα από τα σύνορα της ομίχλης. Οι άλλοι ήταν συναγμένοι λιγάκι πιο πέρα· ακόμα και στο φεγγαρόλουστο σκοτάδι η ταραχή τους ήταν φανερή. Όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα στον Λαν και τη Μουαραίν και όλοι, εκτός από την Εγκουέν, έγερναν πίσω, σαν να μην μπορούσαν να διαλέξουν, αν προτιμούσαν να χάσουν το ζευγάρι, ή να το πλησιάσουν υπερβολικά. Ο Ραντ, τραβώντας τον Κλάουντ, έκανε με ταχύ βήμα τις τελευταίες απλωσιές κι έφτασε στο πλευρό της Εγκουέν, που του χαμογέλασε πλατιά. Του φάνηκε πως η λάμψη στα μάτια της δεν οφειλόταν μόνο στο φως του φεγγαριού.

“Ακολουθεί το ποτάμι, σαν να το ζωγράφισε κάποιος με πένα”, έλεγε η Μουαραίν με τόνο ικανοποίησης. “Δεν υπάρχουν ούτε δέκα γυναίκες στην Ταρ Βάλον που να μπορούν να το κάνουν αβοήθητες. Για να μην πω, από την πλάτη ενός αλόγου που καλπάζει”.

“Δεν θέλω να παραπονεθώ, Μουαραίν Σεντάι”, είπε ο Θομ, με ασυνήθιστη γι’ αυτόν διστακτικότητα, “αλλά δεν θα ήταν καλύτερο αν μας έκρυβες λίγο ακόμα; Ας πούμε, ως το Μπάερλον; Αν αυτό το Ντραγκχάρ κοιτάξει απ’ αυτή την όχθη, ό,τι κερδίσαμε θα το χάσουμε”.

“Τα Ντραγκχάρ δεν είναι πολύ έξυπνα, αφέντη Μέριλιν”, είπε ξερά η Άες Σεντάι. “Επίφοβα και θανάσιμα, με οξεία όραση αλλά ελάχιστη νοημοσύνη. Θα πει στον Μυρντράαλ ότι αυτή η όχθη του ποταμού είναι άδεια, αλλά ο ποταμός είναι σκεπασμένος με ομίχλη για πολλά μίλια και προς τις δύο κατευθύνσεις. Ο Μυρντράαλ θα ξέρει ότι έτσι καταβάλλω περισσότερο κόπο. Θα πρέπει να υπολογίσει ότι ίσως διαφύγουμε κατεβαίνοντας το ποτάμι και αυτό θα τον καθυστερήσει. Θα πρέπει να μοιράσει τις δυνάμεις του. Η ομίχλη μάλλον θα κρατήσει αρκετά κι έτσι δεν θα είναι βέβαιος αν δεν κάναμε μέρος της διαδρομής με πλοίο. Θα μπορούσα, αντιθέτως, να επεκτείνω την ομίχλη λιγάκι προς το Μπάερλον, αλλά τότε το Ντραγκχάρ θα έκανε λίγες μόνο ώρες για να ψάξει στο ποτάμι και ο Μυρντράαλ θα ήξερε ακριβώς προς τα πού κατευθυνόμαστε”.