Δίχως να νοιάζεται αν θα έσκιζε κι άλλο το φόρεμά της, αλλά με μεγάλη προσοχή, μη τυχόν κάνει θόρυβο, σχεδόν σαν ποντίκι, ανέβηκε στο σωρό των χαλασμάτων και κοίταξε τους καμπυλωτούς δρόμους της Έσω Πόλης. Προς κάθε κατεύθυνση, ως εκεί που έφτανε το βλέμμα της, υπήρχαν ερείπια και καταστροφή, κτίρια που έμοιαζαν να τα έχουν διαλύσει κάποιοι τρελοί, πυκνές στήλες καπνού, οι οποίες υψώνονταν από τις πυρκαγιές που έκαιγαν ακόμη. Υπήρχαν άνθρωποι στους δρόμους, ομάδες ενόπλων που χτένιζαν την περιοχή, ψάχνοντας. Και Τρόλοκ. Οι άντρες απέφευγαν τους Τρόλοκ και οι Τρόλοκ τους γρύλιζαν και γελούσαν, με τραχιά, λαρυγγώδη γέλια. Μα γνωρίζονταν μεταξύ τους, συνεργάζονταν.
Ένας Μυρντράαλ διέσχισε με μεγάλες δρασκελιές το δρόμο φορώντας μαύρο μανδύα, που ανέμιζε απαλά με το βηματισμό του, ακόμα κι όταν ο άνεμος μάνιαζε και παράσερνε σκόνη και σκουπίδια. Μπροστά στο ανόφθαλμο βλέμμα του ζάρωναν τόσο οι άνθρωποι όσο και οι Τρόλοκ. «Κυνηγήστε!» Η φωνή του έμοιαζε με κάτι νεκρό από καιρό, που τώρα γινόταν θρύμματα. «Μη στέκεστε έτσι, τρέμοντας! Βρείτε τον!»
Η Εγκουέν κατέβηκε από το σωρό των χαλασμάτων όσο πιο αθόρυβα μπορούσε.
Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος.
Σταμάτησε, φοβούμενη μήπως ο ψίθυρος είχε έρθει από κάποιο Σκιογέννητο. Για κάποιο λόγο, όμως, ήταν βέβαιη πως δεν ήταν έτσι. Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της, νιώθοντας έναν αμυδρό φόβο, μήπως έβλεπε τον Μυρντράαλ να στέκεται στο σημείο που ήταν η ίδια προηγουμένως και μετά προχώρησε γρήγορα και μπήκε στο κατεστραμμένο παλάτι, σκαρφαλώνοντας στα πεσμένα δοκάρια, γλιστρώντας ανάμεσα από βαριά κομμάτια σπασμένων τοίχων. Κάποια στιγμή, πάτησε ένα γυναικείο χέρι, το οποίο ξεπρόβαλλε κάτω από ένα σωρό γύψου και τούβλων, που κάποτε αποτελούσε τμήμα ενός εσωτερικού τοίχου και ίσως μέρος του ταβανιού. Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία ούτε στο χέρι, ούτε στο δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού που είχε στο δάχτυλο. Είχε μάθει τον εαυτό της να μην προσέχει τους νεκρούς που ήταν θαμμένοι στο Κάεμλυν, το οποίο οι Τρόλοκ και οι Σκοτεινόφιλοι είχαν μετατρέψει σε σκουπιδότοπο. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για τους νεκρούς.
Προχώρησε με κόπο από ένα στενό πέρασμα, εκεί που είχε γκρεμιστεί ένα τμήμα του ταβανιού και βρέθηκε σε ένα δωμάτιο, το οποίο ήταν θαμμένο κάτω από οτιδήποτε ήταν αυτό που βρισκόταν από πάνω του πριν. Ο Ραντ κείτονταν εκεί, με ένα βαρύ καδρόνι στη μέση του να τον καθηλώνει και τα πόδια του κρυμμένα κάτω από τις γκρεμισμένες, βαριές πέτρες, που γέμιζαν το μισό δωμάτιο. Σκόνη και ιδρώτας σκέπαζαν το πρόσωπό του. Άνοιξε τα μάτια όταν τον πλησίασε η Εγκουέν.
«Γύρισες πίσω». Έβγαλε με δυσκολία τις λέξεις, με μια τραχιά βραχνάδα. «Φοβόμουν ότι... δεν πειράζει. Πρέπει να με βοηθήσεις».
Εκείνη σωριάστηκε κάτω εξουθενωμένη. «Εύκολα θα μπορούσα να τραβήξω αυτό το καδρόνι με Αέρα, αλλά μόλις κουνηθεί, όλο το μέρος θα γκρεμιστεί πάνω σου. Πάνω μας. Δεν μπορώ να το σηκώσω ολόκληρο, Ραντ».
Το γέλιο του ήταν γεμάτο πίκρα και πόνο και σταμάτησε σχεδόν την ίδια στιγμή που άρχισε. Ο ιδρώτας γυάλιζε στο πρόσωπό του και οι λέξεις του έβγαιναν με μεγάλη δυσκολία. «Θα μπορούσα να παραμερίσω το καδρόνι μόνος μου. Το ξέρεις. Θα μπορούσα να κρατήσω κι αυτό και τις πέτρες από πάνω, τα πάντα. Αλλά, για να το κάνω, πρέπει να αφήσω τον εαυτό μου και αυτό δεν το εμπιστεύομαι. Δεν μπορώ να εμπιστευτώ —» Σταμάτησε, ανασαίνοντας βαριά.
«Δεν καταλαβαίνω», είπε η Εγκουέν αργά. «Να αφήσεις τον εαυτό σου; Τι δεν μπορείς να εμπιστευτείς;» Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος. Έτριψε τα αυτιά της.
«Την τρέλα, Εγκουέν. Κυριολεκτικά-τη-συγκρατώ-να-μην-ξεσπάσει». Το βραχνό γέλιο του την έκανε να ανατριχιάσει ολόκληρη. «Μα βάζω όλη μου τη δύναμη γι’ αυτό. Αν αφήσω τον εαυτό μου, έστω και λιγάκι, έστω για μια στιγμή, η τρέλα θα με κυριεύσει. Δεν με νοιάζει τι θα κάνω τότε. Πρέπει να με βοηθήσεις».
«Πώς, Ραντ; Ό,τι ξέρω, το δοκίμασα. Πες μου πώς και θα το κάνω».
Το χέρι του σπαρτάρισε, σταμάτησε λίγο πριν μπορέσει να φτάσει ένα ξεθηκαρωμένο εγχειρίδιο, που κείτονταν στη σκόνη. «Το εγχειρίδιο», ψιθύρισε. Το χέρι του έκανε ένα οδυνηρό ταξίδι πίσω, στο στέρνο του. «Εδώ. Στην καρδιά. Σκότωσέ με».
Εκείνη έμεινε να κοιτάζει τον Ραντ, το εγχειρίδιο, σαν να ήταν και τα δύο φαρμακερά ερπετά. «Όχι! Ραντ, δεν θα το κάνω. Δεν μπορώ! Πώς μου ζητάς τέτοιο πράγμα;»
Το χέρι του σύρθηκε ξανά αργά προς το εγχειρίδιο. Τα δάχτυλά του πάλι δεν μπόρεσαν να το φτάσουν. Μόχθησε, βόγκηξε, το χάιδεψε με τα ακροδάχτυλα. Πριν μπορέσει να ξαναπροσπαθήσει, η Εγκουέν το κλώτσησε μακριά του. Εκείνος έπεσε πίσω με ένα λυγμό.
«Πες μου γιατί», απαίτησε να μάθει η Εγκουέν. «Γιατί μου ζητάς να... να σε δολοφονήσω; Θα σε Θεραπεύσω, θα κάνω τα πάντα για να σε βγάλω από δω, αλλά δεν μπορώ να σε σκοτώσω. Γιατί;»