Выбрать главу

«Μπορούν να με παρασύρουν, Εγκουέν». Η ανάσα του ήταν τόσο οδυνηρή, που η Εγκουέν θέλησε να κλάψει. «Αν με πάρουν... οι Μυρντράαλ... οι Άρχοντες του Δέους... θα με παρασύρουν στη Σκιά. Αν με κατέχει η τρέλα, δεν θα μπορώ να τους πολεμήσω. Δεν θα ξέρω τι κάνουν, παρά μόνο όταν θα είναι πολύ αργά. Αν έχει απομείνει έστω και μια σπίθα ζωής, όταν με βρουν, έστω κι έτσι, θα μπορέσουν να το κάνουν. Σε παρακαλώ, Εγκουέν. Για την αγάπη του Φωτός. Σκότωσέ με».

«Δεν... δεν μπορώ, Ραντ. Το Φως να με βοηθήσει, δεν μπορώ!»

Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος.

Κοίταξε πάνω από τον ώμο της και μια ασημένια αψίδα, γεμάτη λευκό φως, καταλάμβανε σχεδόν όλο τον ελεύθερο χώρο ανάμεσα στα ερείπια.

«Εγκουέν, βοήθα με».

Δείξε σθένος.

Σηκώθηκε και έκανε ένα βήμα προς την αψίδα. Ήταν ακριβώς μπροστά της. Ένα βήμα ακόμη και...

«Σε παρακαλώ, Εγκουέν. Βοήθησέ με. Δεν το φτάνω. Για την αγάπη του Φωτός, Εγκουέν, βοήθα με!»

«Δεν μπορώ να σε σκοτώσω», του είπε ψιθυριστά. «Δεν μπορώ. Συγχώρεσέ με». Προχώρησε μπροστά.

«ΒΟΗΘΑ ΜΕ, ΕΓΚΟΥΕΝ!»

Το φως την έκανε στάχτη.

Βγήκε παραπατώντας από την αψίδα, χωρίς να προσέχει τη γύμνια της και χωρίς να τη νοιάζει. Ένα δυνατό ρίγος τη διαπέρασε και έκρυψε το στόμα με τα χέρια. «Δεν μπορούσα, Ραντ», ψιθύρισε. «Δεν μπορούσα. Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ». Το Φως να τον βοηθήσει. Σε παρακαλώ, Φως, βοήθησε τον Ραντ.

Κρύο νερό έλουσε το κεφάλι της.

«Πλύθηκες από την ψεύτικη περηφάνια», απάγγειλε η Ελάιντα. «Πλύθηκες από τις ψεύτικες φιλοδοξίες. Ήρθες σε εμάς καθαρή, στην καρδιά και στην ψυχή».

Καθώς η Κόκκινη αδελφή γυρνούσε από την άλλη μεριά, η Σέριαμ πήρε την Εγκουέν από τους ώμους και την οδήγησε στην τελευταία αψίδα. «Μία ακόμα, παιδί μου. Μία ακόμα και τελείωσε».

«Είπε ότι μπορούσαν να τον παρασύρουν στη Σκιά», μουρμούρισε η Εγκουέν. «Είπε ότι οι Μυρντράαλ και οι Άρχοντες του Δέους μπορούσαν να τον αναγκάσουν».

Η Σέριαμ σχεδόν σκόνταψε και κοίταξε γρήγορα γύρω της. Οι Λες Σεντάι που έζωναν το τερ’ανγκριάλ είχαν στυλώσει το βλέμμα πάνω του κι έμοιαζαν τυφλές για οτιδήποτε άλλο. «Δυσάρεστο θέμα συζήτησης, παιδί μου», είπε τελικά η Σέριαμ με απαλή φωνή. «Έλα. Μία ακόμα».

«Μπορούν;» επέμεινε η Εγκουέν.

«Το έθιμο», είπε η Σέριαμ, «είναι να μη μιλάμε γι’ αυτά που συμβαίνουν μέσα στο τερ’ανγκριάλ. Οι φόβοι κάθε γυναίκας είναι δικοί της».

«Μπορούν;»

Η Σέριαμ αναστέναξε, ξανακοίταξε τις άλλες Άες Σεντάι και μετά χαμήλωσε τη φωνή και ψιθύρισε γοργά: «Αυτό είναι γνωστό μόνο σε λίγες, παιδί μου, ακόμα και στο Λευκό Πύργο. Δεν θα έπρεπε να το μάθεις τώρα, αν έπρεπε να το μάθεις ποτέ, αλλά θα σου το πω. Υπάρχει μια... αδυναμία στο να μπορείς να διαβιβάζεις. Το ότι μαθαίνουμε να ανοιγόμαστε στην Αληθινή Πηγή σημαίνει ότι μπορούμε να... ανοιχτούμε και σε άλλα πράγματα». Η Εγκουέν ανατρίχιασε. «Ησύχασε, παιδί μου. Δεν γίνεται έτσι εύκολα. Είναι κάτι που δεν έχει γίνει, απ’ όσο ξέρω —το Φως να δώσει να μην έχει γίνει!― από τους Πολέμους των Τρόλοκ. Χρειάστηκαν δεκατρείς Άρχοντες του Δέους —Σκοτεινόφιλοι που μπορούν να διαβιβάσουν — που ύφαιναν τις ροές διαμέσου δεκατριών Μυρντράαλ. Βλέπεις; Δεν είναι εύκολο να γίνει. Δεν υπάρχουν Άρχοντες του Δέους σήμερα. Είναι ένα μυστικό του Λευκού Πύργου, παιδί μου. Αν το ήξεραν και άλλοι, δεν θα κατορθώναμε να τους πείσουμε ότι είναι ασφαλείς. Μόνο κάποιος που μπορεί να διαβιβάσει, μπορεί να παρασυρθεί με αυτό τον τρόπο. Η αδυναμία της δύναμής μας. Όλοι οι άλλοι είναι ασφαλείς, σαν φρούρια· μόνο οι δικές τους πράξεις και η θέληση τους μπορεί να τους παρασύρουν στη Σκιά».

«Δεκατρείς», είπε η Εγκουέν με αδύναμη φωνή. «Ίδιος αριθμός με εκείνες που έφυγαν από τον Πύργο. Η Λίαντριν και δώδεκα ακόμα».

Η έκφραση της Σέριαμ σκλήρυνε. «Δεν είναι δουλειά σου να σκέφτεσαι αυτά τα πράγματα. Ξέχνα τα». Η φωνή της ήχησε ξανά κανονική. «Η τρίτη φορά είναι γι’ αυτό που θα έρθει. Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος».

Η Εγκουέν κοίταξε τη λαμπερή αψίδα, ατενίζοντας κάποιο μακρινό ορίζοντα παραπέρα. Η Λίαντριν και δώδεκα άλλες. Δεκατρείς Σκοτεινόφιλες, που μπορούν να διαβιβάζουν. Το Φως να μας βοηθήσει όλους. Μπήκε στο φως. Τη γέμισε. Έλαμψε, διαπερνώντας την. Την έκαψε ως τα κόκαλα, την έκανε κάρβουνο ως την ψυχή. Η Εγκουέν άστραψε λευκοπυρωμένη στο φως. Βόηθα με, Φως μου! Δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από το φως. Και τον πόνο.

Η Εγκουέν χάζευε τον όρθιο καθρέφτη και δεν ήξερε αν την ξάφνιαζε περισσότερο η αγέραστη, λεία επιδερμίδα του προσώπου της, ή το ριγωτό επιτραχήλιο που κρεμόταν από το σβέρκο της. Το επιτραχήλιο της Έδρας της Άμερλιν.