Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος.
Δεκατρείς.
Ταλαντεύτηκε, πιάστηκε από τον καθρέφτη και παραλίγο να τον γκρεμίσει και να σωριαστεί και η ίδια στα γαλάζια πλακάκια του δαπέδου, μπροστά στο έπιπλο της τουαλέτας της. Κάτι πάει στραβά, σκέφτηκε. Το πρόβλημα δεν είχε σχέση με την ξαφνική ζαλάδα της, ή τουλάχιστον δεν ήταν αυτό που πήγαινε στραβά. Ήταν κάτι άλλο. Αλλά δεν είχε ιδέα τι ήταν αυτό.
Υπήρχε μια Άες Σεντάι στο πλευρό της, μια γυναίκα που είχε τα ψηλά ζυγωματικά της Σέριαμ, αλλά μαύρα μαλλιά και ανήσυχα. καστανά μάτια, με το πλατύ όσο μια παλάμη επώμιο της Τηρήτριας στους ώμους. Δεν ήταν η Σέριαμ, όμως. Η Εγκουέν δεν την είχε ξαναδεί· ήταν σίγουρη ότι την ήξερε όσο καλά ήξερε και τον ίδιο της τον εαυτό. Με κόπο, βρήκε το όνομα της γυναίκας. Μπελντάινε.
«Είσαι άρρωστη, Μητέρα;»
Το επώμιό της είναι πράσινο. Αυτό σημαίνει ότι προέρχεται από το Πράσινο Άτζα. Η Τηρήτρια πάντα είναι από το ίδιο Άτζα που υπηρετεί η Άμερλιν. Το οποίο σημαίνει ότι, αν είμαι η Άμερλιν —αν;― τότε ήμουν κι εγώ του Πράσινου Άτζα. Η σκέψη την τάραξε. Όχι επειδή ήταν του Πράσινου Άτζα, αλλά επειδή έπρεπε να το βρει με λογικούς συλλογισμούς. Φως μου, κάτι πάει στραβά με μένα.
Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μό....
Οι φωνές στο κεφάλι της ξεθώριασαν κι έγιναν ένα βούισμα.
Δεκατρείς Σκοτεινόφιλοι.
«Είμαι καλά, Μπελντάινε», είπε η Εγκουέν. Ένιωθε παράξενο το όνομα στη γλώσσα της· ένιωθε σαν να το έλεγε χρόνια. «Δεν πρέπει να τις αφήσουμε να περιμένουν». Να περιμένουν; Δεν ήξερε, μόνο που ένιωθε άπειρη λύπη που θα έδινε ένα τέλος σε αυτή την αναμονή, απέραντη απροθυμία.
«Θα αδημονούν, Μητέρα». Υπήρχε ένας δισταγμός στη φωνή της Μπελντάινε, σαν να ένιωθε την ίδια απροθυμία με την Εγκουέν, αλλά για διαφορετικό λόγο. Αν η Εγκουέν δεν μάντευε λάθος, πίσω από την επιφανειακή γαλήνη, η Μπελντάινε ήταν έντρομη.
«Σε αυτή την περίπτωση, ας πηγαίνουμε».
Η Μπελντάινε ένευσε και μετά πήρε μια βαθιά ανάσα, πριν διασχίσει το χαλί για να πλησιάσει τη ράβδο του αξιώματός της, με τη χιονάτη Λευκή Φλόγα της Ταρ Βάλον στην κορυφή, την οποία είχε ακουμπήσει δίπλα στην πόρτα. «Αφού πρέπει, Μητέρα». Πήρε τη ράβδο, άνοιξε την πόρτα για την Εγκουέν κι ύστερα προπορεύτηκε βιαστικά, για σχηματίσουν πομπή οι δυο τους ― η Τηρήτρια των Χρονικών, που οδηγούσε την Έδρα της Αμερλιν.
Η Εγκουέν δεν έδωσε σημασία στους διαδρόμους που έπαιρναν. Όλη της η προσοχή ήταν στραμμένη μέσα της. Τι έχω πάθει; Γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ; Γιατί τόσα απ’ αυτά που... σχεδόν θυμάμαι, είναι λάθος; Άγγιξε το επιτραχήλιο με τις επτά ρίγες στους ώμους της. Γιατί είμαι σχεδόν βέβαιη πως είμαι μαθητευόμενη;
Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόν... Αυτή τη φορά, η φράση κόπηκε απότομα.
Δεκατρείς τον Μαύρου Άτζα.
Σκόνταψε όταν το σκέφτηκε. Ήταν μια τρομαχτική σκέψη, την έκανε να νιώσει ένα ρίγος ως το μεδούλι, που ξεπερνούσε το φόβο. Την ένιωθε... προσωπικά. Ήθελε να τσιρίξει, να τρέξει για να κρυφτεί. Ένιωθε ότι την κυνηγούσαν. Ανοησίες. Το Μαύρο Άτζα εξολοθρεύτηκε. Κι αυτή η σκέψη, επίσης, φαινόταν παράξενη. Ένα μέρος του εαυτού της θυμόταν κάτι που λεγόταν η Μεγάλη Εκκαθάριση. Ένα μέρος της ήταν βέβαιο πως δεν είχε συμβεί τέτοιο πράγμα.
Έχοντας το βλέμμα στραμμένο μπροστά, η Μπελντάινε δεν είχε προσέξει το στραβοπάτημά της. Η Εγκουέν άνοιξε το βήμα για να την προφτάσει. Αυτή η γυναίκα είναι κατατρομαγμένη. Φως μου, πού με πηγαίνει;
Η Μπελντάινε σταμάτησε μπροστά σε μια ψηλή, διπλή πόρτα, που στο σκούρο ξύλο της ήταν χαραγμένη μια μεγάλη ασημένια Φλόγα της Ταρ Βάλον. Σκούπισε τα χέρια στο φόρεμα, σαν να είχαν ιδρώσει ξαφνικά, πριν ανοίξει το ένα φύλλο της πόρτας και οδηγήσει την Εγκουέν σε μια ίσια ράμπα, από την ίδια λευκή πέτρα με τις ασημένιες φλέβες που ήταν φτιαγμένα και τα τείχη της Ταρ Βάλον. Ακόμα κι εδώ έμοιαζε να αστράφτει.
Η ράμπα την έβγαλε σε ένα μεγάλο, στρογγυλό δωμάτιο, κάτω από μια θολωτή στέγη ύψους τουλάχιστον είκοσι απλωσιών. Μια εξέδρα κάλυπτε την περίμετρο της αίθουσας, με σκαλιά στο μπροστινό μέρος παντού, εκτός από το σημείο όπου κατέληγαν αυτή η ράμπα και οι δύο άλλες, που ισαπείχαν μεταξύ τους γύρω από τον κύκλο. Η Φλόγα της Ταρ Βάλον ήταν στο κέντρο του δαπέδου, κυκλωμένη από χρωματιστές σπείρες που φάρδαιναν, στα χρώματα των επτά Άτζα. Στην αντικρινή πλευρά της αίθουσας, από κει που ξεκινούσε η ράμπα, υπήρχε μια καρέκλα με ψηλή ράχη, βαριά και περίτεχνα σκαλισμένη με κλήματα και φύλλα, βαμμένη στα χρώματα όλων των Άτζα.