Выбрать главу

Η Μπελντάινε χτύπησε κοφτά το ραβδί στο πάτωμα. Υπήρχε ένα τρέμουλο στη φωνή της. «Έρχεται. Η Φύλακας των Σφραγίδων. Η Φλόγα της Ταρ Βάλον. Η Έδρα της Άμερλιν. Έρχεται».

Με τα φουστάνια να θροΐζουν, οι γυναίκες με τα επώμια, που στέκονταν στην εξέδρα, σηκώθηκαν από τις καρέκλες τους. Ήταν είκοσι μία καρέκλες βαλμένες ανά τρεις και η κάθε τριάδα ήταν βαμμένη και είχε μαξιλάρια στο ίδιο χρώμα με τα κρόσσια στα επώμια των γυναικών που στέκονταν μπροστά τους.

Η Αίθουσα τον Πύργου, σκέφτηκε η Εγκουέν καθώς τη διέσχιζε, πηγαίνοντας προς την καρέκλα της. Την καρέκλα της Έδρας της Άμερλιν. Αυτό είναι όλο. Η Αίθουσα του Πύργου και οι Καθήμενες των Άτζα. Έχω βρεθεί εδώ χιλιάδες φορές. Αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε μία. Τι κάνω στην Αίθουσα του Πύργου; Φως μου, θα με γδάρουν ζωντανή όταν δουν... Δεν ήξερε τι θα έβλεπαν, μόνο ότι προσευχόταν να μην το δουν.

Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο...

Ο δρόμος της επιστροφής θα...

Ο δρόμος της επιστροφής...

Το Μαύρο Άτζα περιμένει. Τουλάχιστον αυτή η φράση ήταν ολόκληρη. Ερχόταν από παντού. Γιατί δεν την άκουγε καμία τους;

Όπως καθόταν στην καρέκλα της Έδρας της Άμερλιν —η καρέκλα που ήταν, επίσης, η Έδρα της Άμερλιν― συνειδητοποίησε ότι δεν είχε ιδέα τι να κάνει τώρα. Οι άλλες Άες Σεντάι είχαν καθίσει κι αυτές μαζί της, όλες εκτός από την Μπελντάινε, η οποία στεκόταν δίπλα της με το ραβδί της, ξεροκαταπίνοντας νευρικά. Όλες έμοιαζαν να περιμένουν αυτήν.

«Αρχίστε», είπε τελικά.

Αυτό, απ’ ό,τι φάνηκε, ήταν αρκετό. Μια Κόκκινη Αδελφή σηκώθηκε όρθια. Η Εγκουέν έμεινε εμβρόντητη όταν αναγνώρισε την Ελάιντα. Την ίδια στιγμή, ήξερε ότι η Ελάιντα ήταν η προεξάρχουσα των Καθήμενων του Κόκκινου και ο πιο άσπονδος εχθρός της... Η όψη του προσώπου της Ελάιντα, καθώς την κοίταζε από την αντικρινή πλευρά της αίθουσας, έκανε την Εγκουέν να νιώσει ένα ρίγος μέσα της. Ήταν αυστηρή και παγωμένη — και θριαμβική. Υποσχόταν πράγματα που θα ήταν καλύτερα να μην τα σκέφτεται.

«Φέρτε τον», είπε μεγαλόφωνα η Ελάιντα.

Από μια ράμπα —όχι από εκείνη που είχε μπει η Εγκουέν — ακούστηκαν  μπότες  να  τρίζουν  στην πέτρα.   Εμφανίστηκαν άνθρωποι. Δώδεκα Άες Σεντάι κύκλωναν τρεις άντρες, δύο εκ των οποίων ήταν γεροδεμένοι φρουροί, με το άσπρο δάκρυ της Φλόγας της Ταρ Βάλον στο στήθος, τραβώντας τις αλυσίδες μέσα στις οποίες ο τρίτος άντρας παραπατούσε, σαν να ήταν ζαλισμένος.

Η Εγκουέν τινάχτηκε πάνω στην καρέκλα της. Ο αλυσοδεμένος άντρας ήταν ο Ραντ. Με τα μάτια μισόκλειστα, το κεφάλι σκυμμένο, έμοιαζε να κοιμάται και προχωρούσε μόνο όπως του υπαγόρευαν οι αλυσίδες.

«Αυτός ο άντρας», διακήρυξε η Ελάιντα, «αυτοανακηρύχτηκε Αναγεννημένος Δράκοντας». Ακούστηκε ένα σούσουρο απέχθειας, όχι σαν να είχαν ξαφνιαστεί οι παριστάμενες, αλλά σαν να ήταν κάτι το οποίο δεν ήθελαν να ακούσουν. «Αυτός ο άντρας διαβίβασε τη Μία Δύναμη». Το σούσουρο έγινε πιο δυνατό, γεμάτο αηδία και με μια νότα φόβου. «Υπάρχει μόνο μια ποινή γι’ αυτό, γνωστή και αναγνωρισμένη απ’ όλα τα έθνη, που όμως επιβάλλεται μόνο εδώ, στην Ταρ Βάλον, στην Αίθουσα του Πύργου. Καλώ την Έδρα της Άμερλιν να ανακοινώσει την ποινή του ειρηνέματος σ’ αυτό τον άντρα».

Τα μάτια της Ελάιντα έλαμπαν καθώς κοιτούσε την Εγκουέν. Ο Ραντ. Τι να κάνω; Φως μου, τι να κάνω;

«Γιατί διστάζεις;» είπε απαιτητικά η Ελάιντα. «Η ποινή έχει οριστεί εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια. Γιατί διστάζεις, Εγκουέν αλ’Βερ;»

Μια Πράσινη Καθήμενη σηκώθηκε όρθια, με θυμό που διακρινόταν ολοκάθαρα πίσω από τη γαλήνη της. «Ντροπή, Ελάιντα! Δείξε σεβασμό στην Έδρα της Άμερλιν! Δείξε σεβασμό στη Μητέρα!»

«Ο σεβασμός», απάντησε ψυχρά η Ελάιντα, «όχι μόνο κερδίζεται, αλλά και χάνεται. Λοιπόν, Εγκουέν, μήπως δείχνεις, επιτέλους, την αδυναμία σου, την ακαταλληλότητά σου για το αξίωμα; Μήπως δεν πρόκειται να επιβάλεις την ποινή αυτού του ανθρώπου;»

Ο Ραντ προσπάθησε να σηκώσει το κεφάλι και δεν τα κατάφερε.

Η Εγκουέν σηκώθηκε με κόπο, νιώθοντας το κεφάλι της να στριφογυρνά, προσπαθώντας να θυμηθεί ότι ήταν η Έδρα της Αμερλιν, με την εξουσία να διατάζει όλες αυτές τις γυναίκες, ουρλιάζοντας ότι ήταν μια μαθητευόμενη, ότι δεν ήταν η θέση της εδώ, ότι κάτι τρομερά στραβό συνέβαινε. «Όχι», είπε τρέμοντας. «Όχι, δεν μπορώ! Δεν θα —»

«Προδόθηκε!» Η κραυγή της Ελάιντα έπνιξε την προσπάθεια της Εγκουέν να μιλήσει. «Με τα ίδια της τα λόγια καταδίκασε τον εαυτό της! Πάρτε την!»

Καθώς η Εγκουέν άνοιγε το στόμα, η Μπελντάινε ήρθε πλάι της. Κι έπειτα το ραβδί της Τηρήτριας τη χτύπησε στο κεφάλι.