Выбрать главу

Μαυρίλα.

Πρώτα ήταν ο πόνος στο κεφάλι. Έπειτα κάτι σκληρό και κρύο κάτω από την πλάτη της. Έπειτα ήρθαν οι φωνές. Μουρμουρητά.

«Ακόμα αναίσθητη είναι;» Μια βραχνάδα, μια λίμα πάνω σε κόκαλο.

«Μην ανησυχείς», είπε μια γυναίκα από πολύ μακριά. Ακουγόταν ανήσυχη, φοβισμένη, προσπαθούσε να μη φανερώσει αυτά που ένιωθε. «Θα την κανονίσουμε, πριν καταλάβει τι της συμβαίνει. Κι έπειτα θα είναι δική μας, για να την κάνουμε ό,τι θέλουμε. Ίσως σου τη δώσουμε για να παίζεις».

«Αφού πρώτα περάσει από τα δικά σας χέρια».

«Φυσικά».

Οι απόμακρες φωνές γλίστρησαν κι άλλο μακριά.

Το χέρι της άγγιξε το πόδι της, βρήκε γυμνό, ανατριχιασμένο δέρμα. Άνοιξε λίγο τα μάτια. Ήταν γυμνή, όλο μελανάδες, ξαπλωμένη σε ένα κακοφτιαγμένο ξυλοκρέβατο, σε ένα μέρος που έμοιαζε να είναι παρατημένη αποθήκη. Σκλήθρες τρυπούσαν την πλάτη της. Στο στόμα είχε τη μεταλλική γεύση αίματος.

Κάποιες Άες Σεντάι στέκονταν κολλητά η μία στη άλλη σε μια πλευρά του δωματίου μιλώντας μεταξύ τους, με φωνές χαμηλές αλλά όλο βιασύνη, Ο πόνος στο κεφάλι της τη δυσκόλευε να σκεφτεί, αλλά φαινόταν ότι ήταν σημαντικό να τις μετρήσει. Δεκατρείς.

Μια άλλη ομάδα, άντρες με μαύρους μανδύες και κουκούλες, πλησίασαν τις Άες Σεντάι, οι οποίες έμοιαζαν από τη μια να φοβούνται κι από την άλλη να προσπαθούν να επιβληθούν με την παρουσία τους. Ένας άντρας γύρισε το κεφάλι και κοίταξε το τραπέζι. Το νεκρό, λευκό πρόσωπο μέσα στην κουκούλα δεν είχε μάτια.

Η Εγκουέν δεν χρειαζόταν να μετρήσει τους Μυρντράαλ. Ήξερε. Δεκατρείς Μυρντράαλ και δεκατρείς Άες Σεντάι. Δίχως άλλη σκέψη, ούρλιαξε από τρόμο. Αλλά ακόμα και μέσα στο φόβο, που τσάκιζε τα κόκαλα της, ανοίχτηκε στην Αληθινή πηγή, πασχίζοντας απελπισμένα να βρει το σαϊντάρ

«Ξύπνησε!»

«Δεν μπορεί να ξύπνησε! Είναι πολύ νωρίς!»

«Αποκόψτε την! Γρήγορα! Κόψτε την από την Πηγή!»

«Πολύ αργά! Παραείναι ισχυρή!»

«Αρπάξτε τη! Βιαστείτε!»

Χέρια απλώθηκαν στα μπράτσα και τα πόδια της. Ασπρουλιάρικα χέρια, σαν σκουλήκια κάτω από βράχια, που τα έλεγχαν μυαλά πίσω από χλωμά, ανόψθαλμα πρόσωπα. Αν αυτά τα χέρια άγγιζαν τη σάρκα της, η Εγκουέν ήξερε ότι θα τρελαινόταν. Τη γέμισε η Δύναμη.

Φλόγες τινάχτηκαν μέσα από τη σάρκα των Μυρντράαλ και έσκισαν τα μαύρα ρούχα τους, σαν να ήταν πύρινα εγχειρίδια. Οι Ημιάνθρωποι αλύχτησαν καθώς καίγονταν και κόρωναν, σαν χαρτί βουτηγμένο στο λάδι. Κομμάτια πέτρας, σε μέγεθος γροθιάς, ξεκόλλησαν από τους τοίχους και έσκισαν τον αέρα, προκαλώντας βογκητά και μουγκρητά καθώς χώνονταν σε σάρκα. Ο αέρας σάλεψε, τρεμούλιασε, ούρλιαξε καθώς γινόταν ανεμοστρόβιλος.

Αργά, οδυνηρά, η Εγκουέν ξεκόλλησε από το τραπέζι. Ο άνεμος τίναξε τα μαλλιά της και την έκανε να παραπατήσει, αλλά αυτή συνέχισε να τον ωθεί, καθώς προχωρούσε παραπαίοντας προς την πόρτα. Μια Άες Σεντάι ορθώθηκε μπροστά της, μια γυναίκα χτυπημένη και ματωμένη, που την περιέβαλλε η λάμψη της Δύναμης. Μια γυναίκα που είχε το θάνατο στα μαύρα μάτια της.

Το μυαλό της Εγκουέν έβαλε ένα όνομα στο πρόσωπο. Γκύλνταν. Η πιο έμπιστη της Ελάιντα, που πάντα σιγοψιθύριζαν στην άκρη και κλείνονταν μέσα στη νύχτα. Η Εγκουέν έσφιξε το στόμα. Απαξιώντας να χρησιμοποιήσει τις πέτρες και τον άνεμο, έκανε το χέρι γροθιά και χτύπησε την Γκύλνταν ανάμεσα στα μάτια όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η Κόκκινη αδελφή -η Μαύρη αδελφή― σωριάστηκε σαν να είχαν λιώσει τα κόκαλά της.

Τρίβοντας τις αρθρώσεις των δαχτύλων της, η Εγκουέν βγήκε τρεκλίζοντας στο χωλ. Σε ευχαριστώ, Πέριν, σκέφτηκε, που μου έδειξες πώς να το κάνω αυτό. Μα δεν μου είπες πόσο πονάει.

Έσπρωξε την πόρτα για να κλείσει κόντρα στον άνεμο και διαβίβασε Δύναμη. Οι πέτρες γύρω από την είσοδο τρεμούλιασαν, έτριξαν, σωριάστηκαν κόντρα στο ξύλο. Τούτο δεν θα τους κρατούσε για πολύ, αλλά άξιζε να κάνει ό,τι μπορούσε για να καθυστερήσει την καταδίωξη. Η ζωής της μπορεί να κρεμόταν από μερικά λεπτά. Μάζεψε τη δύναμή της και πίεσε τον εαυτό της να τρέξει. Έτρεχε τρεκλίζοντας, αλλά τουλάχιστον έτρεχε.

Αποφάσισε ότι έπρεπε να βρει μερικά ρούχα. Μια γυναίκα ντυμένη είχε περισσότερη εξουσία από την ίδια γυναίκα γυμνή και θα χρειαζόταν όση εξουσία μπορούσε να αποκτήσει. Πρώτα θα την έψαχναν στα διαμερίσματά της, αλλά είχε φόρεμα και παπούτσια, για ώρα ανάγκης, στο μελετητήριό της —καθώς και άλλο ένα επιτραχήλιο― το οποίο δεν ήταν μακριά.

Ήταν δοκιμασία για τα νεύρα αυτό το τροχάδην μέσα σε άδειους διαδρόμους. Ο Λευκός Πύργος δεν είχε πια τα πλήθη που υπήρχαν κάποτε, αλλά συνήθως όλο και κάποια θα κυκλοφορούσε. Ο πιο δυνατός ήχος που ακουγόταν, προερχόταν από τα γυμνά πόδια της, που μπάτσιζαν τα πλακάκια.