Выбрать главу

Διέσχισε βιαστικά τον προθάλαμο του μελετητηρίου της και μπήκε στο εσωτερικό δωμάτιο. Εκεί, επιτέλους, βρήκε κάποιον. Η Μπελντάινε καθόταν στο πάτωμα, κρατώντας το κεφάλι της και σιγοκλαίγοντας.

Η Εγκουέν σταμάτησε διστακτικά, καθώς η Μπελντάινε σήκωνε τα κατακόκκινα μάτια της για να την αντικρίσει. Δεν υπήρχε η λάμψη του σαϊντάρ γύρω από την Τηρήτρια, αλλά έστω κι έτσι, η Εγκουέν την κοίταξε με επιφυλακτικότητα. Και αυτοπεποίθηση. Δεν μπορούσε, βέβαια, να δει τη δική της λάμψη, αλλά αρκούσε η δύναμή —η Δύναμη― που κυλούσε εντός της. Ειδικά σε συνδυασμό με το μυστικό της.

Η Μπελντάινε έτριψε τα βρεγμένα από τα δάκρυα μαγουλά της. «Έπρεπε να το κάνω. Πρέπει να με καταλάβεις. Έπρεπε. Αυτές... Αυτές...» Πήρε μια βαθιά, σπασμωδική ανάσα· τα λόγια της βγήκαν σαν χείμαρρος. «Πριν από τρεις νύχτες με πήραν, ενώ κοιμόμουν και με σιγάνεψαν». Η φωνή της δυνάμωσε κι έγινε σχεδόν αλύχτημα. «Με σιγάνεψαν! Δεν μπορώ πια να διαβιβάσω!»

«Φως μου», είπε μαλακά η Εγκουέν. Η ορμή του σαϊντάρ απάλυνε την κατάπληξή της. «Το Φως να σε βοηθά και να παρηγορεί, κόρη μου. Γιατί δεν μου το είπες; Θα...» Άφησε τα λόγια της να σβήσουν, ξέροντας ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.

«Τι θα έκανες; Τι; Τίποτα! Δεν υπάρχει τίποτα να κάνεις! Αλλά είπαν ότι θα μου το ξανάδιναν, με τη δύναμη του... τη δύναμη του Σκοτεινού». Τα μάτια της έκλεισαν σφιχτά, στάζοντας δάκρυα. «Με πόνεσαν, Μητέρα, και με έκαναν να... Ω, Φως, με πόνεσαν! Η Ελάιντα είπε ότι θα με ξανάκαναν πλήρη, ότι θα μου ξανάδιναν την ικανότητα να διαβιβάζω, αν υπάκουγα. Γι’ αυτό εγώ... αναγκάστηκα!»

«Άρα, η Ελάιντα είναι πράγματι του Μαύρου Άτζα», είπε βλοσυρά η Εγκουέν. Μια στενή ντουλάπα βρισκόταν σε έναν τοίχο και μέσα κρεμόταν ένα πράσινο, μεταξωτό φόρεμα, που το έβαζε εκεί για τις φορές που δεν προλάβαινε να γυρίσει στα διαμερίσματά της. Ένα ριγωτό επιτραχήλιο κρεμόταν πλάι στο φόρεμα. Ντύθηκε βιαστικά. «Τι έκαναν τον Ραντ; Πού τον πήραν; Απάντησε μου, Μπελντάινε! Πού είναι ο Ραντ αλ’Θορ;»

Η Μπελντάινε έμεινε εκεί κουλουριασμένη, με χείλη που έτρεμαν και μάτια που ατένιζαν μόνο την προσωπική της θλίψη, αλλά στο τέλος συνήρθε αρκετά ώστε να πει: «Στην Αυλή του Προδότη, Μητέρα. Τον πήραν στην Αυλή του Προδότη».

Ρίγη κατέκλυσαν την Εγκουέν. Ρίγη φόβου. Ρίγη οργής. Η Ελάιντα δεν είχε αφήσει να χαθεί ούτε ώρα, ούτε στιγμή. Η Αυλή του Προδότη χρησιμοποιούνταν μόνο για τρεις λόγους: για εκτελέσεις, για το σιγάνεμα των Άες Σεντάι και για το ειρήνεμα των αντρών που μπορούσαν να διαβιβάσουν. Αλλά και τα τρία αυτά χρειάζονταν διαταγή από την Έδρα της Άμερλιν. Ποια, λοιπόν, φοράει το επιτραχήλιο εκεί έξω; Ήταν βέβαιη πως το φορούσε η Ελάιντα. Αλλά πώς τις έκανε να την αποδεχτούν τόσο γρήγορα, τη στιγμή που εγώ ούτε δικάστηκα, ούτε καταδικάστηκα; Δεν μπορεί να υπάρχει άλλη Άμερλιν, αν δεν μου αφαιρέσουν το επιτραχήλιο και το ραβδί. Και αυτό δεν θα είναι καθόλου εύκολο. Φως μου! Ραντ! Κίνησε προς την πόρτα.

«Τι μπορείς να κάνεις, Μητέρα;» φώναξε η Μπελντάινε. «Τι μπορείς να κάνεις;» Δεν καταλάβαινε αν εννοούσε για τον Ραντ ή για την ίδια.

«Περισσότερα απ’ όσο υποψιάζεται κανείς», είπε η Εγκουέν. «Ποτέ δεν κράτησα τη Ράβδο των Όρκων, Μπελντάινε». Η κοφτή κραυγή της Μπελντάινε την ακολούθησε καθώς έβγαινε από το δωμάτιο.

Η μνήμη της Εγκουέν ακόμα έπαιζε κρυφτούλι μαζί της. Ήξερε ότι καμία γυναίκα δεν μπορούσε να κερδίσει το επώμιο και το δαχτυλίδι χωρίς να δώσει τους Τρεις Όρκους με τη Ράβδο των Όρκων σφιγμένη στο χέρι της, το τερ’ανγκριάλ που τη δέσμευε να τηρήσει αυτούς τους όρκους, σαν να ήταν χαραγμένοι στα κόκαλά της από γεννησιμιού της. Καμία γυναίκα δεν γινόταν Άες Σεντάι χωρίς να τη δεσμεύουν αυτοί οι Όρκοι. Ήξερε, όμως, ότι κάπως, με κάποιον τρόπο που δεν μπορούσε να βρει σκαλίζοντας το νου της, είχε κάνει αυτό ακριβώς.

Τα παπούτσια της άφηναν ένα γοργό, στακάτο ήχο καθώς έτρεχε. Τουλάχιστον τώρα ήξερε γιατί οι διάδρομοι ήταν άδειοι. Όλες οι Άες Σεντάι, εκτός ίσως από εκείνες που είχε αφήσει στην αποθήκη, όλες οι Αποδεχθείσες, όλες οι μαθητευόμενες, ακόμα και όλες οι υπηρέτριες, θα ήταν συγκεντρωμένες στην Αυλή του Προδότη, σύμφωνα με το έθιμο, για να παρακολουθήσουν τη βούληση του Λευκού Πύργου να γίνεται πράξη.

Και οι Πρόμαχοι θα έζωναν την αυλή, για το ενδεχόμενο που κάποιος θα προσπαθούσε να ελευθερώσει τον άντρα που θα ειρηνευόταν. Το είχαν προσπαθήσει τα απομεινάρια των στρατών του Γκουαίρ Αμαλάσαν στο τέλος του Πολέμου του Δεύτερου Δράκοντα, όπως τον αποκαλούσαν ορισμένοι, λίγο πριν από την άνοδο του Άρτουρ του Γερακόφτερου, που είχε φορτώσει με διαφορετικές έγνοιες την Ταρ Βάλον, το είχαν προσπαθήσει και οι οπαδοί του Ραολίν Ντάρκσμπεην πριν από πολλά-πολλά χρόνια. Δεν θυμόταν αν ο Ραντ είχε οπαδούς ή όχι, αλλά οι Πρόμαχοι θυμόνταν τέτοια πράγματα και προετοιμάζονταν για να τα αντιμετωπίσουν.