Αν, πράγματι, η Ελάιντα, ή κάποια άλλη, φορούσε το επιτραχήλιο της Άμερλιν, οι Πρόμαχοι ίσως να μην την άφηναν να μπει στην Αυλή του Προδότη. Η Εγκουέν ήξερε ότι μπορούσε να μπει διά της βίας. Θα έπρεπε να το κάνει γρήγορα· θα ήταν άσκοπο αλλιώς, αν ειρήνευαν τον Ραντ ενώ η ίδια ακόμα κουκούλωνε Προμάχους με Αέρα. Ακόμα και οι Πρόμαχοι θα έχαναν την αυτοκυριαρχία τους, αν εξαπέλυε πάνω τους αστραπές και μοιροφωτιά και άνοιγε χάσματα στο χώμα κάτω από τα πόδια τους. Μοιροφωτιά; αναρωτήθηκε. Μα, επίσης, θα ήταν κακό αν γκρέμιζε την εξουσία της Ταρ Βάλον για να γλιτώσει τον Ραντ. Έπρεπε να σώσει και τα δύο.
Αρκετά πριν από το δρόμο που έβγαζε στην Αυλή του Προδότη, λοξοδρόμησε και άρχισε να ανεβαίνει σε σκάλες και ράμπες που ολοένα στένευαν, ώσπου, στο τέλος, βγήκε από μια καταπακτή και σκαρφάλωσε σε μια γερτή κορυφή πύργου, μια στέγη από σχεδόν κάτασπρα πλακάκια. Από εκεί μπορούσε να δει πάνω από άλλες ##γες, πάνω από άλλους πύργους, στο πλατύ, ανοιχτό πηγάδι που σχημάτιζε η Αυλή του Προδότη.
Η αυλή ήταν γεμάτη ανθρώπους, με εξαίρεση ένα ξέφωτο στη μέση. Γέμιζαν τα παράθυρα που είχαν θέα στην αυλή, στριμώχνονταν στα μπαλκόνια, ακόμα και στις στέγες, αλλά η Εγκουέν μπορούσε να διακρίνει έναν άντρα μόνο του, που φαινόταν μικρός απ’ αυτή την απόσταση, ο οποίος κουνιόταν μέσα στις αλυσίδες του στο κέντρο του ανοιχτού χώρου. Ο Ραντ. Δώδεκα Άες Σεντάι τον κύκλωναν και άλλη μία —η Εγκουέν ήξερε ότι αυτή σίγουρα φορούσε επιτραχήλιο με επτά ρίγες, αν και δεν το διέκρινε― στεκόταν μπροστά στον Ραντ. Η Ελάιντα. Στο νου της Εγκουέν τρύπωσαν τα λόγια που πρέπει να έλεγε.
Αυτός ο άντρας, που εγκατέλειψε το Φως, άγγιζε το σαϊντίν, το αρσενικό μισό της Αληθινής Πηγής. Έτσι τον σταματάμε. Αυτός ο άντρας διαβίβασε τη Μία Δύναμη με βδελυρό τρόπο, γνωρίζοντας ότι το σαϊντίν είναι μιασμένο από τον Σκοτεινό, μιασμένο από την αλαζονεία των αντρών, μιασμένο για τις αμαρτίες των αντρών. Γι αυτό τον αλυσοδένουμε.
Η Εγκουέν έδιωξε τα υπόλοιπα από τις σκέψεις της. Δεκατρείς Άες Σεντάι. Δώδεκα καθήμενες και η Άμερλιν, ο παραδοσιακός αριθμός για το ειρήνεμα. Ο ίδιος αριθμός, όπως και για το... Ξεφορτώθηκε κι αυτή τη σκέψη. Τώρα δεν είχε χρόνο για τίποτα άλλο, εκτός από αυτό για το οποίο είχε έρθει εδώ. Αρκεί να έβρισκε πώς.
Από αυτή την απόσταση, σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τον σηκώσει με Αέρα. Θα τον σήκωνε από τον κύκλο των Άες Σεντάι και θα τον έφερνε ίσια πάνω της. Ίσως. Ακόμα κι αν έβρισκε την αντοχή, ακόμα κι αν δεν τον άφηνε να πέσει και να τσακιστεί στα μισά της διαδρομής, θα ήταν μια πολύ αργή διαδικασία κι ο Ραντ θα ήταν ένας ανήμπορος στόχος των τοξοτών, ενώ η λάμψη του σαϊντάρ θα αποκάλυπτε τη θέση της στα βλέμματα των Άες Σεντάι. Και των Μυρντράαλ, βεβαίως.
«Φως μου», μουρμούρισε, «δεν υπάρχει άλλος τρόπος, παρά μόνο αν αρχίσω έναν πόλεμο μέσα στο Λευκό Πύργο. Και ίσως αυτό κάνω, ούτως ή άλλως», Συγκέντρωσε τη Δύναμη, χώρισε τα ρεύματα, κατηύθυνε τις ροές.
Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος.
Είχε περάσει τόσος καιρός από την τελευταία φορά που είχε ακούσει αυτά τα λόγια που τινάχτηκε ξαφνιασμένη, γλίστρησε στα λεία κεραμίδια και μόλις που πρόλαβε να κρατηθεί, πριν φτάσει στην άκρη της στέγης. Το έδαφος ήταν εκατό απλωσιές πιο κάτω της. Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της.
Εκεί, στην κορυφή του πύργου, γερμένη έτσι ώστε να στέκεται ίσια στα κεκλιμένα κεραμίδια, υπήρχε μια ασημένια αψίδα την οποία γέμιζε ένα λαμπερό φως. Η αψίδα έπαιζε και τρεμόφεγγε· κίτρινες και κατακόκκινες λωρίδες χιμούσαν μέσα στο λευκό φως.
Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος.
Η αψίδα έγινε ψιλή, σχεδόν διαφανής και ύστερα ξανάγινε συμπαγής.
Η Εγκουέν έριξε μια αλαφιασμένη ματιά στην Αυλή του Προδότη. Σίγουρα προλάβαινε. Σίγουρα. Ήθελε μόνο λίγα λεπτά, δέκα λεπτά ίσως, καθώς και τύχη.
Φωνές χώθηκαν στο κεφάλι της, όχι η ασώματη, άγνωστη φωνή που την προειδοποιούσε να δείξει σθένος, αλλά γυναικείες φωνές, που της φάνηκαν γνωστές.
... δεν αντέχω πολύ ακόμα. Αν δεν έρθει τώρα...
Κρατήστε! Κρατήστε, που να καείτε, αλλιώς θα σας ξεκοιλιάσω σαν πέστροφες!
...αναταραχή, Μητέρα! Δεν μπορούμε να...
Οι φωνές χαμήλωσαν κι έγιναν ένα βουητό, το βουητό έδωσε τη θέση του στη σιωπή, αλλά το άγνωστο ξαναμίλησε.
Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος.
Υπάρχει ένα τίμημα για να γίνεις Άες Σεντάι.
Το Μαύρο Άτζα περιμένει.