Выбрать главу

Με ένα ουρλιαχτό οργής, απώλειας, η Εγκουέν όρμησε στην αψίδα, καθώς αυτή τρεμούλιαζε σαν καταχνιά στο λιοπύρι. Σχεδόν ευχήθηκε να αστοχούσε και να πέθαινε στην πτώση.

Το φως την ξεκόλλησε ίνα την ίνα, έκοψε τις ίνες σε μικρές κλωστές, χώρισε τις μικρές κλωστές σε τολύπες ανυπαρξίας. Όλα αιωρήθηκαν στο φως. Για πάντα.

23

Αφοσιωμένη

Το φως την άνοιξε ίνα την ίνα κι ύστερα έκοψε τις ίνες σε μικρές κλωστές, που αιωρήθηκαν φλεγόμενες. Αιωρούνταν και καίγονταν, για πάντα. Για πάντα.

Η Εγκουέν βγήκε από την αργυρή αψίδα παγωμένη και μουδιασμένη από το θυμό της. Χρειαζόταν την παγωνιά του θυμού για να εξισορροπήσει το πυρ της μνήμης. Το σώμα της θυμόταν που είχε πυρποληθεί, όμως οι άλλες μνήμες άναβαν και την έκαιγαν πιο βαθιά. Ο θυμός ήταν ψυχρός, σαν το θάνατο.

«Μόνο αυτά υπάρχουν για μένα;» απαίτησε να μάθει. «Να τον εγκαταλείπω διαρκώς. Να τον προδίδω, να τον απογοητεύω συνεχώς; Αυτό είναι το μόνο που με περιμένει;»

Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν όλα όπως έπρεπε να είναι. Τώρα η Άμερλιν ήταν εκεί, ακριβώς όπως το είχαν πει στην Εγκουέν κι επίσης από μια αδελφή με το επώμιο του κάθε Άτζα ― όμως όλες την κοίταζαν ανήσυχα. Από δύο Άες Σεντάι, τώρα, κάθονταν στα τρία σημεία γύρω από το τερ’ανγκριάλ, με τα πρόσωπα λουσμένα στον ιδρώτα. Το τερ’ανγκριάλ βούιζε, σχεδόν δονούνταν, ενώ έντονες πινελιές χρωμάτων έσχιζαν το λευκό φως μέσα στις αψίδες.

Η λάμψη του σαϊντάρ τύλιξε για λίγο τη Σέριαμ καθώς ακουμπούσε με το χέρι το κεφάλι της Εγκουέν, κάνοντας ένα ρίγος να τη διαπεράσει. «Καλά είναι». Η Κυρά των Μαθητευομένων φαινόταν ανακουφισμένη. «Δεν έχει πάθει τίποτα». Σαν να μην το περίμενε.

Οι άλλες Άες Σεντάι, που κοίταζαν την Εγκουέν, έδειξαν να χαλαρώνουν. Η Ελάιντα άφησε την ανάσα της να βγει αργά κι έπειτα έτρεξε να πάρει το τελευταίο κύπελλο. Μόνο οι Άες Σεντάι γύρω από το τερ’ανγκριάλ δεν χαλάρωσαν. Το βούισμα του τερ’ανγκριάλ είχε εξασθενήσει και το φως είχε αρχίσει να τρεμοπαίζει, που σήμαινε ότι το τερ’ανγκριάλ καταλάγιαζε, αλλά αυτές οι Άες Σεντάι έδειχναν να το πολεμούν δίχως ανάπαυλα.

«Τι...; Τι έγινε;» ρώτησε η Εγκουέν.

«Σιωπή», είπε η Σέριαμ, απαλά όμως. «Προς το παρόν, σιωπή. Είσαι καλά —αυτό προέχει― και πρέπει να ολοκληρώσουμε την τελετή». Η Ελάιντα πλησίασε, σχεδόν τρέχοντας και έδωσε το τελευταίο ασημένιο κύπελλο στην Άμερλιν.

Η Εγκουέν δίστασε μια στιγμή, πριν γονατίσει. Τι έγινε;

Η Άμερλιν άδειασε αργά το κύπελλο στο κεφάλι της Εγκουέν. «Καθαρίστηκες από την Εγκουέν αλ’Βερ από το Πεδίο του Έμοντ. Καθαρίστηκες από όλους τους δεσμούς που σε ενώνουν με τον κόσμο. Ήρθες σε μας καθαρή, στην καρδιά και στην ψυχή. Είσαι η Εγκουέν αλ’Βερ, Αποδεχθείσα του Λευκού Πύργου». Η τελευταία σταγόνα πιτσίλισε τα μαλλιά της Εγκουέν. «Τώρα είσαι αφοσιωμένη σε εμάς».

Τα τελευταία λόγια έμοιαζαν να έχουν μια ειδική σημασία, μόνο μεταξύ της Εγκουέν και της Άμερλιν. Η Άμερλιν έδωσε το κύπελλο σε μια άλλη Άες Σεντάι και έβγαλε ένα χρυσό δαχτυλίδι, που είχε τη μορφή ενός φιδιού που δαγκώνει την ουρά του. Ασυναίσθητα, η Εγκουέν τρεμούλιασε καθώς σήκωνε το αριστερό χέρι και τρεμούλιασε ξανά, όταν η Άμερλιν της έβαζε το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού στο μεσαίο δάχτυλο. Όταν γινόταν Άες Σεντάι, θα φορούσε το δαχτυλίδι σε όποιο δάχτυλο ήθελε, ή καθόλου, αν χρειαζόταν να κρύψει ποια ήταν, αλλά οι Αποδεχθείσες το φορούσαν εκεί.

Χωρίς να χαμογελά, η Άμερλιν την τράβηξε να σηκωθεί. «Καλώς ήρθες, κόρη μου», είπε φιλώντας τη στο μάγουλο. Η Εγκουέν ξαφνιάστηκε, επειδή ένιωσε ένα ρίγος έξαψης. Όχι παιδί, αλλά κόρη. Πιο πριν ήταν παιδί. Η Άμερλιν τη φίλησε στο άλλο μάγουλο. «Καλώς ήρθες».

Η Άμερλιν έκανε ένα βήμα πίσω και την κοίταξε, ζυγίζοντάς τη με το βλέμμα, αλλά μίλησε στη Σέριαμ. «Σκούπισέ την και φέρε της ρούχα. Επίσης, θέλω να βεβαιωθείς ότι είναι καλά. Να βεβαιωθείς, με κατάλαβες;»

«Είμαι βέβαια, Μητέρα». Η Σέριαμ φάνηκε να ξαφνιάζεται. «Με είδες να την εξετάζω».

Η Άμερλιν γρύλισε και η ματιά της στράφηκε στο τερ’ανγκριάλ. «Θέλω να μάθω τι πήγε στραβά απόψε». Ξεκίνησε προς το σημείο που κοίταζε, με το αποφασισμένο βήμα της να κάνει το φουστάνι της να ανεμίζει. Οι περισσότερες Άες Σεντάι ήρθαν κοντά της, γύρω από το τερ’ανγκριάλ, που τώρα ήταν απλώς μια ασημένια κατασκευή από αψίδες πάνω σε ένα δακτύλιο.

«Η Μητέρα ανησυχεί για σένα», είπε η Σέριαμ καθώς τραβούσε κατά μέρος την Εγκουέν, εκεί που υπήρχε μια χοντρή πετσέτα για τα μαλλιά και άλλη μια για το σώμα.

«Έχει ιδιαίτερο λόγο γι’ αυτό;» ρώτησε η Εγκουέν. Η Άμερλιν δεν θέλει να πάθει τίποτα το λαγωνικό της, πριν ρίξει κάτω το ελάφι.