Η Σέριαμ δεν απάντησε. Απλώς συνοφρυώθηκε και περίμενε την Εγκουέν να σκουπιστεί, πριν της δώσει ένα λευκό φόρεμα με επτά κυκλικές ρίγες στον ποδόγυρο.
Η Εγκουέν φόρεσε το φόρεμα με μια φευγαλέα έκφραση απογοήτευσης. Ήταν μια από τις Αποδεχθείσες, με το δαχτυλίδι στο δάχτυλο και τις ρίγες στο φόρεμα. Γιατί δεν νιώθω διαφορετική;
Η Ελάιντα την πλησίασε με την αγκαλιά γεμάτη από τα πράγματά της ― το φόρεμα της μαθητευόμενης, τα παπούτσια της, τη ζώνη και το θύλακο της. Και τα χαρτιά που της είχε δώσει η Βέριν. Στα χέρια της Ελάιντα.
Η Εγκουέν πίεσε τον εαυτό της να περιμένει να της δώσει τα πράγματα η Άες Σεντάι, αντί να της τα αρπάξει από τα χέρια. «Σε ευχαριστώ, Άες Σεντάι». Προσπάθησε να ρίξει μια αδιάφορη ματιά στα χαρτιά· δεν διέκρινε αν είχαν πειραχτεί. Το κορδόνι ήταν ακόμη δεμένο. Πώς θα καταλάβω αν τα διάβασε; Έσφιξε το θύλακο, με το χέρι κρυμμένο κάτω από το φόρεμα της μαθητευόμενης κι ένιωσε το αλλόκοτο δαχτυλίδι μέσα, το τερ’ανγκριάλ. Τουλάχιστον είναι ακόμα εδώ. Φως μου, θα μπορούσε να το πάρει και δεν ξέρω αν Θα με πείραζε αυτό. Ναι, θα με πείραζε. Νομίζω.
Το πρόσωπο της Ελάιντα ήταν ψυχρό, σαν τη φωνή της. «Δεν ήθελα να σε δοκιμάσουν απόψε. Όχι επειδή φοβόμουν αυτό που συνέβη· αυτό κανείς δεν θα μπορούσε να το προβλέψει. Αλλά εξαιτίας αυτού που είσαι. Μια αδέσποτη». Η Εγκουέν έκανε να διαμαρτυρηθεί, αλλά η Ελάιντα συνέχισε να μιλά, αδυσώπητη σαν παγετώνας σε βουνό. «Ξέρω ότι έμαθες να διαβιβάζεις υπό τη διδασκαλία μιας Άες Σεντάι, αλλά δεν παύεις να είσαι αδέσποτη. Αδέσποτη στο πνεύμα, αδέσποτη στους τρόπους. Έχεις μεγάλες δυνατότητες, αλλιώς δεν θα επιζούσες απόψε εδώ, αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Δεν πιστεύω ότι θα γίνεις ποτέ μέρος του Λευκού Πύργου, με τον τρόπο που είμαστε οι υπόλοιπες, σε όποιο δάχτυλο κι αν φοράς το δαχτυλίδι. Θα ήταν καλύτερο για σένα αν είχες αρκεστεί στο να μάθεις αρκετά για να επιζήσεις και ύστερα να γυρίσεις στο κοιμισμένο χωριό σου. Πολύ καλύτερο». Έκανε στροφή επιτόπου και βγήκε από το θάλαμο με μεγάλα, αγέρωχα βήματα.
Και να μην είναι Μαύρο Άτζα, σκέφτηκε ξινά η Εγκουέν, η διαφορά δεν είναι μεγάλη. Μουρμούρισε στη Σέριαμ: «Μπορούσες να πεις κάτι. Μπορούσες να με βοηθήσεις».
«Θα βοηθούσα μια μαθητευόμενη, παιδί μου», αποκρίθηκε γαλήνια η Σέριαμ και η Εγκουέν έκανε ένα μορφασμό. Πάλι είχε γίνει «παιδί». «Προσπαθώ να βοηθώ τις μαθητευόμενες όπου χρειάζονται βοήθεια, εφόσον δεν μπορούν να προστατευτούν μόνες τους. Τώρα είσαι Αποδεχθείσα. Είναι καιρός να μάθεις πώς να φυλάγεσαι μόνη σου».
Η Εγκουέν κοίταξε εξεταστικά τα μάτια της Σέριαμ, ενώ αναρωτιόταν αν είχε φανταστεί κάποια έμφαση στην τελευταία φράση της. Η Σέριαμ είχε κι αυτή την ίδια ευκαιρία με την Ελάιντα να διαβάσει τον κατάλογο των ονομάτων, να κρίνει αν η Εγκουέν είχε σχέση με το Μαύρο Άτζα, Φως μου, είσαι καχύποπτη με όλους. Καλύτερο αυτό από το να είσαι νεκρή, ή αιχμαλωτισμένη από δεκατρείς τέτοιες και... Διέκοψε βιαστικά αυτό τον ειρμό των σκέψεων δεν τον ήθελε στο κεφάλι της. «Σέριαμ, τι έγινε απόψε;» ρώτησε. «Και μην αποφύγεις την απάντηση». Τα φρύδια της Σέριαμ φάνηκαν να υψώνονται σχεδόν ως τα μαλλιά της και η Εγκουέν άλλαξε βιαστικά την ερώτηση της. «Σέριαμ Σεντάι, εννοώ. Συγχώρεσέ με, Σέριαμ Σεντάι».
«Μην ξεχνάς ότι ακόμα δεν έγινες Άες Σεντάι, παιδί μου». Παρά τη σκληρή νότα στη φωνή της, ένα χαμόγελο ήρθε στα χείλη της Σέριαμ, που όμως εξαφανίστηκε καθώς συνέχιζε. «Δεν ξέρω τι έγινε. Μόνο που πολύ φοβάμαι ότι παραλίγο να πεθάνεις».
«Ποιος ξέρει τι συμβαίνει σε όσες δεν ξαναβγαίνουν από ένα τερ’ανγκριάλ», είπε η Αλάνα καθώς τις πλησίαζε. Η Πράσινη αδελφή ήταν γνωστή για τα νεύρα της και για την αίσθηση του χιούμορ της και λεγόταν ότι μπορούσε από το ένα να περάσει στο άλλο και πάλι πίσω, μέσα σε μια στιγμή, αλλά η ματιά που έριξε στην Εγκουέν έδειχνε σχεδόν συστολή. «Παιδί μου, έπρεπε να το σταματήσω όταν είχα την ευκαιρία, όταν πρόσεξα πρώτα αυτή την... αντήχηση. Επανήλθε. Αυτό συνέβη. Επανήλθε στο χιλιαπλάσιο. Δέκα χιλιάδες φορές περισσότερο. Το τερ’ανγκριάλ έμοιαζε να προσπαθεί να κλείσει τη ροή του σαϊντάρ ― ή να λιώσει και να τρυπήσει το πάτωμα. Σου ζητώ συγγνώμη, αν και τα λόγια δεν φτάνουν, γι’ αυτό που παραλίγο να σου συνέβαινε. Θέλω να σου πω κάτι και με τον Πρώτο Όρκο ξέρεις ότι είναι αλήθεια. Για να δείξω τι νιώθω, θα ζητήσω από τη Μητέρα να με αφήσει να είμαι στα μαγειρεία όσο θα είσαι κι εσύ. Και ναι, επίσης και για την επίσκεψή σου στη Σέριαμ. Αν είχα κάνει εκείνο που έπρεπε, δεν θα είχε κινδυνεύσει η ζωή σου και θα εξιλεωθώ γι’ αυτό».
Η Σέριαμ γέλασε σκανδαλισμένη. «Δεν υπάρχει περίπτωση να το επιτρέψει, Αλάνα. Μια αδελφή στις κουζίνες, πόσο μάλλον... Είναι ανήκουστο. Είναι αδύνατο. Έκανες αυτό που πίστευες σωστό. Δεν είναι μομφή σε βάρος σου».