«Δεν ήταν δικό σου το σφάλμα, Αλάνα Σεντάι», είπε η Εγκουέν. Γιατί το κάνει αυτό η Αλάνα; Εκτός, ίσως, αν θέλει να με πείσει ότι δεν είχε σχέση με το πρόβλημα, ό,τι κι αν ήταν. Και ίσως για να μη με χάσει καθόλου από τα μάτια της. Ακριβώς η εικόνα αυτή, μια περήφανη Άες Σεντάι χωμένη στις κατσαρόλες ως τα μπράτσα, τρεις φορές τη μέρα, μόνο και μόνο για να παρακολουθεί κάποια, την έπεισε ότι είχε αφήσει τη φαντασία της αχαλίνωτη. Αλλά, επίσης, ήταν αδιανόητο να κάνει η Αλάνα αυτό που είχε πει ότι θα κάνει. Εν πάση περιπτώσει, η Πράσινη αδελφή σίγουρα δεν είχε καμία ευκαιρία να δει τον κατάλογο των ονομάτων όσο ήταν απασχολημένη με το τερ’ανγκριάλ. Αλλά αν έχει δίκιο η Νυνάβε, δεν θα χρειαζόταν να δει αυτά τα ονόματα για να θέλει να με σκοτώσει, αν είναι του Μαύρου Άτζα. Σταμάτα πια! «Στ’ αλήθεια δεν ήταν».
«Αν είχα κάνει αυτό που έπρεπε», επέμεινε η Αλάνα, «δεν θα είχε συμβεί καθόλου. Η μόνη φορά που είδα κάτι τέτοιο ήταν κάποτε, πριν από χρόνια, όταν προσπαθήσαμε να δοκιμάσουμε ένα τερ’ανγκριάλ στην ίδια αίθουσα με ένα άλλο, το οποίο μπορεί με κάποιον τρόπο να είχε σχέση με το πρώτο. Είναι εξαιρετικά σπάνιο να βρει κανείς δύο τέτοια. Το ζευγάρι των τερ’ανγκριάλ έλιωσε και όλες οι αδελφές, που ήταν σε ακτίνα εκατό απλωσιών, επί μία εβδομάδα είχαν τόσο δυνατό πονοκέφαλο που δεν μπορούσαν να διαβιβάσουν ούτε για να ανάψουν μια σπίθα. Τι συμβαίνει, παιδί μου;»
Το χέρι της Εγκουέν είχε σφιχτεί τόσο πολύ γύρω από το θύλακό της, που το δαχτυλίδι από την στρεβλωμένη πέτρα είχε σχεδόν αποτυπωθεί στην παλάμη της, μέσα από το χοντρό ύφασμα. Ήταν ζεστό; Φως μου, εγώ φταίω. «Τίποτα, Αλάνα Σεντάι. Άες Σεντάι, δεν έκανες κανένα λάθος. Δεν έχεις λόγο να μοιραστείς την τιμωρία μου. Κανέναν απολύτως. Κανέναν!»
«Δεν είναι ανάγκη να φωνάζεις τόσο», παρατήρησε η Σέριαμ, «αλλά, πάντως, αυτή είναι η αλήθεια». Η Αλάνα απλώς κούνησε το κεφάλι.
«Άες Σεντάι», είπε αργά η Εγκουέν, «τι σημαίνει να είναι κάποια στο Πράσινο Άτζα;» Η Σέριαμ γούρλωσε τα μάτια με μια εύθυμη έκφραση και η Αλάνα χαμογέλασε πλατιά.
«Μόλις φόρεσες δαχτυλίδι», είπε η Πράσινη αδελφή, «και αμέσως θέλεις να αποφασίσεις ποιο Άτζα θα διαλέξεις; Πρώτον, πρέπει να αγαπάς τους άντρες. Δεν εννοώ να είσαι ερωτευμένη μαζί τους, αλλά να τους αγαπάς. Όχι σαν τις Γαλάζιες, που απλώς συμπαθούν τους άντρες, αρκεί αυτοί να έχουν τους ίδιους στόχους και να μην μπλέκονται στα πόδια τους. Και, βέβαια, όχι σαν τις Κόκκινες, που τους απεχθάνονται, λες και κάθε άντρας είναι προσωπικά υπεύθυνος για το Τσάκισμα». Η Αλβιάριν, η Λευκή αδελφή που είχε έρθει μαζί με την Άμερλιν, τις κοίταξε υπεροπτικά φεύγοντας. «Και όχι σαν τις Λευκές», είπε η Αλάνα με ένα γελάκι, «που δεν έχουν χώρο στη ζωή τους για κανένα πάθος».
«Δεν εννοούσα αυτό, Αλάνα Σεντάι. Θέλω να μάθω τι σημαίνει να είσαι μια Πράσινη αδελφή». Δεν ήξερε αν θα την καταλάβαινε η Αλάνα, επειδή ούτε και η ίδια δεν ήξερε τι ήθελε να μάθει, αλλά η Αλάνα ένευσε αργά, σαν να καταλάβαινε.
«Οι Καφέ επιζητούν τη γνώση, οι Γαλάζιες παρεμβαίνουν για διάφορους σκοπούς και οι Λευκές στοχάζονται τα ερωτήματα της αλήθειας με αμείλικτη λογική. Φυσικά, όλες κάνουμε κάτι απ’ αυτά. Αλλά το να είσαι Πράσινη σημαίνει να στέκεσαι έτοιμη». Μια νότα περηφάνιας φάνηκε στη φωνή της Αλάνα. «Στους Πολέμους των Τρόλοκ συχνά μας αποκαλούσαν το Μαχόμενο Άτζα. Όλες οι Άες Σεντάι βοήθησαν όπου και όποτε μπορούσαν, αλλά μόνο το Πράσινο Άτζα ήταν πάντα μαζί με τους στρατούς, σχεδόν σε κάθε μάχη. Ήμασταν το αντίστοιχο των Αρχόντων του Δέους. Το Μαχόμενο Άτζα. Και τώρα στέκουμε έτοιμες, για να ξανάρθουν νότια οι Τρόλοκ, για το Τάρμον Γκάι’ντον, την Τελευταία Μάχη. Θα είμαστε εκεί. Να τι σημαίνει να είσαι Πράσινη».
«Σε ευχαριστώ, Άες Σεντάι», είπε η Εγκουέν. Αυτό ήμουν; Ή αυτό θα γίνω; Φως μου, μακάρι να ήξερα αν ήταν αληθινό, αν είχε οποιαδήποτε σχέση με το εδώ και το τώρα.
Η Άμερλιν τις πλησίασε και της έκαναν μια βαθιά υπόκλιση. «Είσαι καλά, κόρη μου;» ρώτησε την Εγκουέν. Το βλέμμα της πλανήθηκε για λίγο στην άκρη των χαρτιών, που ξεπρόβαλλαν από το φόρεμα της μαθητευόμενης που κρατούσε η Εγκουέν και ξαναγύρισε αμέσως στο πρόσωπο της Εγκουέν. «Δεν θα ησυχάσω, αν δεν μάθω το λόγο που συνέβη αυτό απόψε».
Τα μάγουλα της Εγκουέν κοκκίνισαν. «Είμαι καλά, Μητέρα».
Η Αλάνα την ξάφνιασε, ζητώντας από την Άμερλιν αυτό που είχε πει ότι θα ζητούσε.
«Πρώτη φορά ακούω τέτοιο πράγμα», αγρίεψε η Άμερλιν. «Ο καπετάνιος δεν κάνει τη δουλειά του μούτσου, ακόμα κι αν έκανε το πλοίο να εξοκείλει σε ύφαλο». Έριξε μια ματιά στην Εγκουέν και το βλέμμα της βάρυνε από ανησυχία. Και θυμό, «Συμμερίζομαι την ανησυχία σου, Αλάνα. Ό,τι κι αν έκανε αυτό το παιδί, δεν της άξιζε τέτοιο πράγμα. Πολύ καλά. Αν αυτό καταπραΰνει τα συναισθήματά σου, τότε έχεις την άδεια να επισκεφτείς τη Σέριαμ. Αλλά είναι αυστηρά μεταξύ των δύο σας. Δεν θέλω να γελοιοποιηθεί μια Άες Σεντάι, ακόμα και στα ενδότερα του Πύργου».