Η Εγκουέν άνοιξε το στόμα για να τα ομολογήσει όλα και να τις αφήσει να πάρουν το δαχτυλίδι -δεν το θέλω το παλιοδαχτυλίδι, ειλικρινά― όμως η Αλάνα την έκοψε.
«Και το άλλο, Μητέρα;»
«Μην είσαι γελοία, κόρη μου». Η Άμερλιν ήταν θυμωμένη και κόρωνε περισσότερο όσο μιλούσε. «Θα γίνεις ρεζίλι των σκυλιών την ίδια μέρα, με εξαίρεση εκείνες που θα σε περάσουν για τρελή. Και μη νομίζεις ότι κάτι τέτοιο δεν θα σε ακολουθεί για πάντα. Τέτοια νέα μαθεύονται παντού. Θα ακούσεις ιστορίες για τη λαντζιέρισσα Άες Σεντάι από το Δάκρυ ως το Μάραντον. Κι αυτό θα δυσφήμιζε όλες τις αδελφές. Όχι. Αν θέλεις να βγάλεις από μέσα σου κάποιο αίσθημα ενοχής και δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις σαν ώριμη γυναίκα, πολύ καλά. Σου είπα ότι μπορείς να επισκεφτείς τη Σέριαμ. Συνόδευσέ την απόψε, όταν φύγεις από δω. Έτσι, θα έχεις το υπόλοιπο αυτής της νύχτας για να αποφασίσεις αν σε βοήθησε καθόλου. Και αύριο θα ψάξεις να βρεις τι πήγε στραβά απόψε εδώ!»
«Μάλιστα, Μητέρα». Ο τόνος της Αλάνα ήταν εντελώς ουδέτερος.
Η λαχτάρα να τα ομολογήσει όλα είχε σβήσει μέσα στην Εγκουέν. Η Αλάνα είχε δείξει μόνο μια φευγαλέα έκφραση απογοήτευσης όταν είχε συνειδητοποιήσει ότι η Αμερλιν δεν θα της επέτρεπε να ακολουθήσει την Εγκουέν στην κουζίνα. Δεν θέλει να τιμωρηθεί, σαν κάθε λογικός άνθρωπος. Ήθελε μια πρόφαση για να είναι μαζί μου. Φως μου, δεν μπορεί αυτή να χάλασε εσκεμμένα το τερ’ανγκριάλ ήταν δικό μου το φταίξιμο. Άραγε, είναι Μαύρο Άτζα;
Βυθισμένη στις σκέψεις της, η Εγκουέν άκουσε ένα ξερό βήξιμο και ύστερα άλλο ένα, πιο δυνατό. Το βλέμμα της καθάρισε από όλες αυτές τις σκέψεις, Η Άμερλιν την κοίταζε κατάματα και, όταν μίλησε, κάθε λέξη έβγαινε με οργή.
«Αφού φαίνεται ότι αποκοιμήθηκες όρθια, παιδί μου, προτείνω να πας στο κρεβάτι σου». Για μια στιγμή, το βλέμμα της έπεσε στα σχεδόν κρυμμένα χαρτιά στα χέρια της Εγκουέν. «Θα έχεις πολλή δουλειά να κάνεις αύριο, καθώς και για πολλές μέρες μετά». Το βλέμμα της έμεινε μια στιγμή ακόμα στην Εγκουέν και ύστερα η Άμερλιν απομακρύνθηκε με μεγάλες δρασκελιές, πριν οι άλλες προλάβουν να κάνουν υπόκλιση.
Η Σέριαμ άρπαξε την Αλάνα, μόλις χάθηκε από μπροστά τους η Άμερλιν. Η Πράσινη Άες Σεντάι την αγριοκοίταξε και το δέχτηκε σιωπηλή. «Είσαι τρελή για δέσιμο, Αλάνα. Είσαι χαζή κι ακόμα πιο χαζή, αν νομίζεις ότι θα σε λυπηθώ, μόνο και μόνο επειδή ήμασταν μαζί μαθητευόμενες. Σου θόλωσε το νου ο Δράκοντας, που πήγες και —;» Ξαφνικά, η Σέριαμ συνειδητοποίησε την παρουσία της Εγκουέν και ο αποδέκτης του θυμού της άλλαξε. «Μήπως δεν άκουσα την Άμερλιν να σε στέλνει στο κρεβάτι σου, Αποδεχθείσα; Αν βγάλεις λέξη γι’ αυτό, θα σου δείξω εγώ, θα ευχηθείς να σε είχα θάψει σε ένα χωράφι, σαν κοπριά. Και θα σε περιμένω στο μελετητήριό μου το πρωί, όταν η καμπάνα χτυπήσει Πρώτη και δεν θέλω ούτε μια ανάσα καθυστέρηση. Πήγαινε τώρα!»
Η Εγκουέν έφυγε με το κεφάλι ζαλισμένο. Υπάρχει κάποια για να την εμπιστευτώ; Η Άμερλιν; Μας έστειλε να κυνηγήσουμε δεκατρείς του Μαύρου Άτζα και ξέχασε να αναφέρει ότι το δεκατρία είναι ακριβώς ο αριθμός που χρειάζεται για να παρασύρεις στη Σκιά, ενάντια στη θέληση της, μια γυναίκα που διαβιβάζει. Ποια μπορώ να εμπιστευτώ;
Δεν ήθελε να μείνει μόνη της, δεν άντεχε ούτε την ιδέα, έτσι έτρεξε στα καταλύματα των Αποδεχθεισών, με τη σκέψη ότι την επόμενη μέρα, ούτως ή άλλως, θα μετακόμιζε και η ίδια εκεί. Χτύπησε και άνοιξε αμέσως την πόρτα της Νυνάβε. Μπορούσε να την εμπιστευτεί στα πάντα. Αυτήν και την Ηλαίην.
Αλλά η Νυνάβε καθόταν σε μια από τις δύο καρέκλες, με το κεφάλι της Ηλαίην κρυμμένο στην αγκαλιά της. Οι ώμοι της Ηλαίην σείονταν με το ρυθμό του κλάματός της, εκείνο το μαλακό κλαψούρισμα που έρχεται όταν δεν έχεις πια δύναμη για πιο βαθιά αναφιλητά, αλλά το συναίσθημα σε καίει ακόμα. Και τα μάγουλα της Νυνάβε φαίνονταν, επίσης, υγρά. Το Μεγάλο Δαχτυλίδι άστραφτε στο χέρι της καθώς έστρωνε τα μαλλιά της Ηλαίην και ταίριαζε με το δαχτυλίδι στο χέρι της Ηλαίην, με το οποίο έσφιγγε το φουστάνι της Νυνάβε.
Η Ηλαίην σήκωσε το πρόσωπό της, που ήταν κόκκινο και πρησμένο από το κλάμα, ρουφώντας τη μύτη ανάμεσα στους λυγμούς της όταν είδε την Εγκουέν. «Δεν μπορεί να ήμουν τόσο απαίσια, Εγκουέν. Δεν μπορεί!»