Выбрать главу

Το ατύχημα με το τερ’ανγκριάλ, ο φόβος της Εγκουέν ότι μπορεί κάποια να είχε διαβάσει τα χαρτιά που της είχε δώσει η Βέριν, η καχυποψία που ένιωθε για όλες τις άλλες στο θάλαμο, όλα αυτά ήταν τρομερά, αλλά την είχαν προφυλάξει με ένα σκληρό, ωμό τρόπο από εκείνα που είχαν συμβεί εντός του τερ’ανγκριάλ. Όλα αυτά είχαν έρθει απ’ έξω· το άλλο, όμως, ερχόταν από μέσα. Τα λόγια της Ηλαίην έριξαν το προστατευτικό τείχος και όσα υπήρχαν μέσα της χτύπησαν την Εγκουέν, σαν να την είχε πλακώσει το ταβάνι. Ο Ραντ, ο σύζυγός της και η Τζόγια, το μωρό της. Ο Ραντ καθηλωμένος, που την ικέτευε να τον σκοτώσει. Ο Ραντ αλυσοδεμένος για να ειρηνευθεί.

Πριν καταλάβει την κίνηση της, βρέθηκε γονατισμένη πλάι στην Ηλαίην, με όλα τα δάκρυα που έπρεπε να είχε χύσει νωρίτερα να βγαίνουν τώρα σαν πλημμύρα. «Δεν μπορούσα να τον βοηθήσω, Νυνάβε», είπε με λυγμούς. «Τον άφησα εκεί».

Η Νυνάβε έκανε ένα μορφασμό, σαν να είχε δεχτεί χτύπημα, αλλά αμέσως σήκωσε τα χέρια και αγκάλιασε την Εγκουέν και την Ηλαίην, σφίγγοντάς τες, κουνώντας τες. «Σωπάστε», είπε τρυφερά, χαμηλόφωνα. «Γίνεται πιο εύκολο με τον καιρό. Γίνεται πιο εύκολο, λιγάκι. Κάποια μέρα θα τους κάνουμε να πληρώσουν το τίμημά μας. Σωπάστε. Σωπάστε».

24

Ανίχνευση και Ανακαλύψεις

Το φως του ήλιου, που έμπαινε από τα αψιδωτά παντζούρια και σερνόταν στο κρεβάτι, ξύπνησε τον Ματ. Για μια στιγμή, έμεινε ακίνητος στο κρεβάτι, κατσουφιάζοντας. Μπορεί πριν τον πάρει ο ύπνος να μην είχε καταστρώσει κάποιο σχέδιο για να ξεφύγει από την Ταρ Βάλον, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι τα είχε παρατήσει. Ήταν πολλές οι μνήμες, που τις σκέπαζε η ομίχλη, αλλά δεν θα τα παρατούσε.

Δύο υπηρέτριες ήρθαν φουριόζες, κουβαλώντας ζεστό νερό και ένα παραφορτωμένο δίσκο με φαγητά, γελώντας, λέγοντάς του πόσο καλύτερος έδειχνε κιόλας και πόσο σύντομα θα στεκόταν ξανά στα πόδια του, αν έκανε ό,τι του έλεγαν οι Άες Σεντάι. Αυτός απάντησε κοφτά, προσπαθώντας να μη δείξει πικρία. Άσ’ τες να πιστέψουν ότι θα πάω με τα νερά τους. Το στομάχι του γουργούρισε με τις ευωδιές που έρχονταν από το δίσκο.

Όταν οι γυναίκες έφυγαν, πέταξε στο πλάι την κουβέρτα και πήδηξε από το κρεβάτι, κάνοντας μια στάση για να χώσει μισή φέτα χοιρομέρι στο στόμα, πριν βάλει λίγο νερό για να πλυθεί και να ξυριστεί. Ενώ σαπούνιζε το πρόσωπό του, είδε τον καθρέφτη πάνω από τη λεκάνη και κοντοστάθηκε. Πράγματι, φαινόταν καλύτερα.

Τα μάγουλά του ήταν ακόμα ρουφηγμένα, αλλά όχι όσο πριν. Είχαν χαθεί οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια του, τα οποία τώρα δεν έμοιαζαν να είναι τόσο βαθουλωτά. Ήταν σαν κάθε μπουκιά που είχε φάει το προηγούμενο βράδυ να είχε βάλει αμέσως σάρκα στα κόκαλα του. Επίσης, ένιωθε δυνατότερος.

«Με αυτό το ρυθμό», μουρμούρισε, «θα φύγω πριν το καταλάβουν». Αλλά ξαφνιάστηκε πάλι όταν, μετά το ξύρισμα, κάθισε κάτω και καταβρόχθισε και την τελευταία μπουκιά από το χοιρομέρι, τα γογγύλια και τα αχλάδια που ήταν στο δίσκο.

Ήταν σίγουρος ότι εκείνες περίμεναν πως θα ξάπλωνε πάλι στο κρεβάτι μετά το φαγητό, αλλά, αντιθέτως, ντύθηκε. Χτύπησε τα πόδια στο πάτωμα για να βολευτεί στις μπότες του, κοίταξε τα υπόλοιπα ρούχα και αποφάσισε να τα αφήσει προς το παρόν. Πρώτα, πρέπει να ξέρω τι κάνω. Και, αν χρειαστεί, να τις αφήσω... Έχωσε τις ζαροθήκες στο θύλακό του. Με αυτές, θα μπορούσε να βρει όσα ρούχα χρειαζόταν.

Άνοιξε την πόρτα και κρυφοκοίταξε έξω. Ο διάδρομος ήταν γεμάτος πόρτες από ανοιχτόχρωμο, χρυσοστόλιστο ξύλο και πολύχρωμα υφαντά ανάμεσά τους, ενώ ένα γαλάζιο, στενό καρπέτο σκέπαζε τα λευκά πλακάκια του πατώματος. Δεν υπήρχε άνθρωπος εκεί. Ούτε φρουρός. Έριξε το μανδύα στον ώμο του και προχώρησε βιαστικά. Τώρα έπρεπε να βρει το δρόμο για να βγει έξω.

Περιπλανήθηκε λιγάκι στην αρχή, κατέβηκε σκάλες και πέρασε διαδρόμους, διέσχισε ανοιχτές αυλές και ύστερα βρήκε αυτό που έψαχνε, μια πόρτα που έβγαζε έξω. Τότε είδε ανθρώπους: υπηρέτριες και μαθητευόμενες στα λευκά, που έτρεχαν στις δουλειές τους και, μάλιστα, οι μαθητευόμενες έτρεχαν πιο γρήγορα από τις υπηρέτριες· μερικούς άντρες υπηρέτες, ντυμένους με κακοραμμένα ρούχα, που κουβαλούσαν μεγάλα κιβώτια και άλλα βαριά φορτία· Αποδεχθείσες με ριγωτά φορέματα. Ακόμα και λίγες Άες Σεντάι.

Οι Άες Σεντάι δεν έδειξαν να τον προσέχουν, καθώς προχωρούσαν με μεγάλα βήματα προσηλωμένες στον προορισμό τους, ή απλώς του έριχναν μια σύντομη ματιά. Φορούσε ρούχα χωρικού, αλλά ήταν καλοφτιαγμένα· δεν έμοιαζε με περιπλανώμενο και η παρουσία υπηρετών έδειχνε ότι σ’ αυτό το μέρος του Πύργου επιτρέπονταν οι άντρες. Υποψιάστηκε ότι τον έπαιρναν κι αυτόν για υπηρέτη κι αυτό δεν τον πείραζε καθόλου, αρκεί να μην του ζητούσε κάποιος να σηκώσει κάτι.