Λυπήθηκε κάπως που ανάμεσα στις γυναίκες που έβλεπε δεν ήταν η Εγκουέν ή η Νυνάβε, ή ακόμα και η Ηλαίην. Ομορφούλα είναι, άσχετα που πολλές φορές το παίζει ακατάδεχτη. Και θα μπορούσε να μου πει πού να βρω την Εγκουέν και τη Σοφία. Δεν γίνεται να φύγω δίχως να τις αποχαιρετήσω. Φως μου, δεν φαντάζομαι να με καρφώσουν στις άλλες, επειδή τώρα πάνε να γίνουν Άες Σεντάι; Που να καώ, τι βλάκας που είμαι! Δεν πρόκειται να κάνουν τέτοιο πράγμα. Εν πάση περιπτώσει, θα το διακινδυνεύσω.
Όταν, όμως, βγήκε έξω, κάτω από το λαμπερό, πρωινό ουρανό, που είχε μόνο λίγα περαστικά συννεφάκια, έβγαλε για λίγο τις γυναίκες από το νου του. Είδε μπροστά του μια πλατιά, πλακοστρωμένη αυλή με ένα σιντριβάνι από ακατέργαστη πέτρα στο κέντρο και έναν γκρίζο, λιθόκτιστο στρατώνα στην άλλη πλευρά. Ο στρατώνας έμοιαζε περισσότερο με πελώριο αγκωνάρι ανάμεσα στα λιγοστά δέντρα, που φύτρωναν παραδίπλα, σε ειδικά ανοιγμένες τρύπες στο πλακόστρωτο. Μπροστά στο χαμηλό, μακρύ κτίριο κάθονταν φρουροί, που είχαν μείνει με τα πουκάμισα και περιποιούνταν τα όπλα, τις αρματωσιές και τις σέλες τους. Αυτό ακριβώς ήθελε τώρα ― φρουρούς.
Προχώρησε αργά στην αυλή και παρακολουθούσε τους στρατιώτες, σαν να μην είχε να κάνει τίποτα καλύτερο. Ενώ δούλευαν, μιλούσαν και γελούσαν μεταξύ τους, όπως έκαναν οι άντρες μετά το θερισμό. Αραιά και πού κάποιος σήκωνε το βλέμμα στον Ματ, καθώς τριγυρνούσε ανάμεσά τους, αλλά κανένας δεν αμφισβήτησε ότι είχε δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Κάποιες φορές, ο Ματ έκανε αθώες ερωτήσεις. Και κάποια στιγμή, άκουσε την απάντηση που περίμενε.
«Φρουρός της γέφυρας;» είπε ένας γεροδεμένος, μελαχρινός άντρας, που το πολύ να ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερος από τον Ματ. Η ομιλία του είχε τη βαριά προφορά των Ιλιανών. Μπορεί να ήταν νεαρός, αλλά μια λεπτή, άσπρη ουλή χάραζε το αριστερό μάγουλό του και τα χέρια του, που λάδωναν το σπαθί, κινούνταν με άνεση και δεξιοτεχνία. Μισόκλεισε τα μάτια και μετά ξανάρχισε τη δουλειά του. «Εγώ είμαι φρουρός στη γέφυρα και θα ξαναγυρίσω απόψε. Γιατί ρωτάς;»
«Απλώς αναρωτιέμαι πώς είναι η κατάσταση στην άλλη όχθη του ποταμού». Να μάθω κι αυτό, τουλάχιστον, «Κάνει για ταξίδι; Δεν φαντάζομαι να είναι λασπωμένη, εκτός αν έπεσαν πιο πολλές βροχές απ’ όσο ξέρω».
«Ποια όχθη;» ρώτησε ήρεμα ο φρουρός. Το βλέμμα του δεν σηκώθηκε από το λαδωμένο πανί, που χάιδευε τη λεπίδα του.
«Ε... την ανατολική. Την ανατολική μεριά».
«Λάσπες, όχι. Λευκομανδίτες». Ο άντρας έγειρε στο πλάι για να φτύσει, αλλά η φωνή του δεν άλλαξε. «Οι Λευκομανδίτες χώνουν τη μύτη τους σε όλα τα χωριά, μέχρι δέκα μίλια παραέξω. Ακόμα δεν πείραξαν κανέναν, αλλά και μόνο που είναι εκεί, ο κόσμος δεν βρίσκει ησυχία. Που να με φάει η μοίρα μου, κάτι μου λέει ότι θέλουν να μας προκαλέσουν, επειδή δείχνουν ότι θα επιτίθονταν, αν μπορούσαν. Άσχημη κατάσταση για όσους θέλουν να ταξιδέψουν».
«Δυτικά, τότε;»
«Τα ίδια». Ο φρουρός σήκωσε το βλέμμα στον Ματ. «Αλλά δεν περνάς απέναντι, παλικάρι μου, ούτε ανατολικά, ούτε δυτικά. Αν δεν σε λένε Μάτριμ Κώθον, να με καταραστεί η μοίρα μου. Χθες το βράδυ μια αδελφή, η ίδια αυτοπροσώπως, ήρθε στη γέφυρα, εκεί που φυλούσα. Μας έκανε κήρυγμα για το παρουσιαστικό σου, μέχρι που, στο τέλος, όλοι μπορούσαμε να της το ξαναπούμε σωστά. Καλεσμένος, μας είπε, που δεν πρέπει να πειράξουμε ούτε τρίχα του. Αλλά απαγορεύεται να βγει από την πόλη, ακόμα κι αν χρειαστεί να τον δέσουμε χειροπόδαρα, για να τον σταματήσουμε». Τα μάτια του στένεψαν. «Μήπως τους έκλεψες κάτι;» ρώτησε με αμφιβολία. «Δεν μοιάζεις με εκείνους που προσκαλούν οι αδελφές».
«Δεν έκλεψα τίποτα», είπε αγανακτισμένα ο Ματ. Που να καώ, δεν πρόφτασα ούτε να του το πλασάρω με το μαλακό. Όλοι θα με ξέρουν εδώ. «Δεν είμαι κλέφτης!»
«Μπα, δεν βλέπω τέτοιο πράγμα στο πρόσωπό σου. Δεν είσαι κλέφτης. Μοιάζεις, όμως, με τον άλλο, που πήγε να μου πουλήσει το Κέρας του Βαλίρ πριν από τρεις μέρες. Αυτό έλεγε ότι ήταν, χτυπημένο και ταλαιπωρημένο, όπως έπρεπε να είναι. Έχεις να μου πουλήσεις το Κέρας του Βαλίρ; Ή, ίσως, το σπαθί του Δράκοντα;»
Ο Ματ τινάχτηκε ακούγοντας τον άλλο να αναφέρει το Κέρας, αλλά κατάφερε να κρατήσει ήρεμο τον τόνο του. «Ήμουν άρρωστος». Τώρα τον κοίταζαν κι άλλοι φρουροί. Φως μου, τώρα όλοι θα μάθουν ότι απαγορεύεται να φύγω. Ανάγκασε τον εαυτό του να χαμογελάσει. «Οι αδελφές με Θεράπευσαν». Κάποιοι από τους φρουρούς τον κοίταξαν σμίγοντας τα φρύδια. Μπορεί να πίστευαν ότι οι υπόλοιποι άντρες έπρεπε να δείχνουν σεβασμό στις Άες Σεντάι και όχι να τις αποκαλούν αδελφές. «Φαίνεται ότι οι Άες Σεντάι δεν θέλουν να φύγω, πριν ξαναβρώ τη δύναμή μου». Προσπάθησε με τη δύναμη της σκέψης του να πείσει τους άντρες —που τώρα τον κοίταζαν όλοι — να το πιστέψουν. Είναι απλώς κάποιος που Θεραπεύτηκε. Τίποτα παραπάνω. Δεν υπάρχει λόγος να ασχολείστε άλλο μαζί του.