Выбрать главу

Ο Ιλιανός ένευσε. «Πράγματι» το πρόσωπό σου δείχνει αρρώστια. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος. Αλλά δεν άκουσα ποτέ να νοιάζονται τόσο για να κρατήσουν έναν άρρωστο μέσα στην πόλη».

«Αυτός είναι ο λόγος», είπε σταθερά ο Ματ. Ακόμα τον κοίταζαν όλοι. «Να πηγαίνω τώρα. Είπαν ότι πρέπει να κάνω περιπάτους. Πολλούς και μεγάλους περιπάτους. Ξέρεις, για να ξαναβρώ τη δύναμή μου».

Φεύγοντας, ένιωθε τα βλέμματά τους να τον ακολουθούν και κατσούφιασε. Σκόπευε, απλώς, να βρει αν είχαν κυκλοφορήσει καλά την περιγραφή του. Αν την είχαν μόνο οι αξιωματικοί των φρουρών της γέφυρας, ίσως τότε κατάφερνε να ξεγλιστρήσει. Πάντα ήταν καλός στο να χώνεται αθέατος σε διάφορα μέρη. Και να ξαναβγαίνει. Ήταν ένα ταλέντο που το εξασκούσες καλά όταν η μητέρα σου πάντα σε υποψιαζόταν για κάποια σκανταλιά και είχες τέσσερις αδελφές που σε μαρτυρούσαν. Και τώρα κατάφερα να με μάθει μισός στρατώνας φρουροί. Μα το αίμα και τις στάχτες!

Μεγάλο τμήμα της περιοχής του Παλατιού το αποτελούσαν κήποι γεμάτοι δέντρα ― λέδερλιφ, πέιπερμπαρκ και φτελιές. Σε λίγο, ο Ματ βρέθηκε να περπατά σε ένα πλατύ, φιδίσιο μονοπάτι στρωμένο με χαλίκια. Θα έλεγε κανείς ότι βρισκόταν στην εξοχή, αν δεν φαινόταν οι πύργοι πάνω από τις κορυφές των δέντρων, καθώς και ο λευκός όγκος του Πύργου, που ήταν πίσω του, αλλά τον πλάκωνε σαν να τον κουβαλούσε στους ώμους του. Αν υπήρχαν αφύλακτες έξοδοι από τον περίβολο του Παλατιού, σ’ αυτό το μέρος θα βρίσκονταν. Αν υπήρχαν.

Μπροστά του, στο δρομάκι, εμφανίστηκε μια κοπέλα με τα λευκά ρούχα των μαθητευόμενων, που προχωρούσε με μεγάλα, σίγουρα βήματα προς το μέρος του. Χαμένη στις σκέψεις της, στην αρχή δεν τον είδε. Όταν τον πλησίασε αρκετά ώστε να διακρίνει τα μεγάλα, μαύρα μάτια της και τον τρόπο που ήταν δεμένα πλεξούδες τα μαλλιά της, ο Ματ, ξαφνικά, χαμογέλασε πλατιά. Ήξερε αυτή την κοπέλα —μια ανάμνηση αναδύθηκε από τα ομιχλώδη βάθη του μυαλού του― παρ’ όλο που δεν περίμενε πως θα την έβρισκε ποτέ εδώ. Δεν περίμενε πως θα την ξανάβλεπε. Καλή τύχη, για να εξισορροπήσει την κακή. Απ’ ό,τι θυμόταν ο Ματ, η κοπέλα καλόβλεπε τα αγόρια.

«Έλσε», τη φώναξε. «Έλσε Γκρίνγουελ. Με θυμάσαι, έτσι δεν είναι; Ο Ματ Κώθον είμαι. Ένας φίλος μου κι εγώ επισκεφτήκαμε τη φάρμα του πατέρα σου. Θυμάσαι; Τι έγινε, αποφάσισες να γίνεις Άες Σεντάι;»

Εκείνη σταμάτησε απότομα, καρφώνοντας το βλέμμα της πάνω του. «Τι σηκώθηκες και βγήκες έξω;» του είπε ψυχρά.

«Α, ξέρεις για όλα αυτά;» Την πλησίασε, αλλά εκείνη οπισθοχώρησε, κρατώντας απόσταση. Αυτός σταμάτησε. «Δεν είναι κολλητικό. Θεραπεύτηκα, Έλσε». Τα μεγάλα, μαύρα μάτια της του φαίνονταν πιο συνετά απ’ όσο τα θυμόταν και όχι τόσο τρυφερά, αλλά σκέφτηκε πως μπορεί έτσι να γινόταν όταν μελετούσες για να γίνεις Άες Σεντάι, «Τι τρέχει, Έλσε; Κάνεις σαν να μη με ξέρεις».

«Σε ξέρω», του είπε. Ούτε και το φέρσιμο της ήταν όπως το θυμόταν απ’ ό,τι έβλεπε τώρα, η Έλσε είχε γίνει χειρότερη από την Ηλαίην. «Έχω... δουλειές. Άφησέ με να περάσω».

Ο Ματ έκανε μια γκριμάτσα. Το δρομάκι ήταν αρκετά πλατύ για να περάσουν έξι άτομα δίπλα-δίπλα, χωρίς να στριμωχτούν. «Σου είπα ότι δεν είναι κολλητικό».

«Άσε με να περάσω!»

Μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια του, έκανε στην άκρη του δρόμου. Η Έλσε προχώρησε από την αντίθετη μεριά, κοιτώντας τον για να είναι σίγουρη ότι δεν θα την πλησίαζε. Όταν τον πέρασε, τάχυνε το βήμα της και τον κοιτούσε πάνω από τον ώμο της, ώσπου χάθηκε από το βλέμμα του, όταν πήρε μια στροφή.

Ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν θα την ακολουθούσα, σκέφτηκε ξινά. Πρώτα οι φρουροί και τώρα η Έλσε. Σήμερα δεν έχω τύχη.

Συνέχισε το δρόμο του και σε λίγο άκουσε μανιασμένους κρότους σε μια μεριά πιο μπροστά, λες και δεκάδες ξύλα χτυπούσαν το ένα το άλλο. Περίεργος, έστριψε προς τα κει και χώθηκε στα δέντρα.

Με λίγο περπάτημα βρέθηκε σε μια ανοιχτή έκταση, της οποίας το χώμα ήταν πατημένο και σκληρό, με πλάτος τουλάχιστον πενήντα απλωσιές και μήκος σχεδόν το διπλάσιο. Γύρω-γύρω, ανά διαστήματα, κάτω από τα δέντρα, υπήρχαν ξύλινα στηρίγματα για όπλα, που είχαν πολεμικές ράβδους και σπαθιά εξάσκησης φτιαγμένα από κομμάτια ξύλου δεμένα χαλαρά μεταξύ τους, καθώς και μερικά αληθινά σπαθιά, πέλεκεις και δόρατα.

Αραιά στην ανοιχτή έκταση, ζευγάρια αντρών, γυμνοί από τη μέση και πάνω οι περισσότεροι, πολεμούσαν με σπαθιά εξάσκησης. Κάποιοι κινούνταν με τόση χάρη που έμοιαζαν να χορεύουν, περνώντας αρμονικά από τη μια στάση στην άλλη, σπαθίζοντας και αποκρούοντας με μια διαρκή κίνηση. Δεν υπήρχε κάτι, εκτός από τη δεξιοτεχνία, που να τους ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους, αλλά ο Ματ ήταν βέβαιος πως έβλεπε Προμάχους.