Εκείνοι που δεν κινούνταν με τόση χάρη ήταν οι νεώτεροι και κάθε ζευγάρι βρισκόταν κάτω από το προσεκτικό βλέμμα ενός μεγαλύτερου άντρα, του οποίου η στάση έμοιαζε να ακτινοβολεί μια επικίνδυνη χάρη, ακόμα κι όταν έστεκε ακίνητος. Πρόμαχοι και μαθητές, συμπέρανε ο Ματ.
Δεν ήταν ο μόνος θεατής. Ούτε δέκα απλωσιές πιο πέρα, πέντε-έξι γυναίκες με τα αγέραστα πρόσωπα των Άες Σεντάι και άλλες τόσες, με τα ριγωτά, λευκά φορέματα των Αποδεχθεισών, στέκονταν παρακολουθώντας ένα ζευγάρι μαθητών, γυμνών από τη μέση και πάνω και υπό την καθοδήγηση ενός Προμάχου, ο οποίος έμοιαζε με κομμάτι βράχου. Ο Πρόμαχος κρατούσε στο ένα χέρι μια κοντή πίπα, που ευωδίαζε καπνό από ταμπάκ, για να καθοδηγεί τους μαθητές του.
Ο Ματ κάθισε ανακούρκουδα κάτω από ένα λέδερλιφ, ξεκόλλησε τρεις μεγαλούτσικες πέτρες από το χώμα και άρχισε να παίζει με αυτές αφηρημένα. Όχι ότι ένιωθε αδύναμος, αλλά ήταν ωραία που καθόταν. Αν υπήρχε έξοδος από το Παλάτι, δεν θα χανόταν όσο αυτός αναπαυόταν λιγάκι.
Πριν περάσουν πέντε λεπτά, κατάλαβε ποιους παρακολουθούσαν οι Άες Σεντάι και οι Αποδεχθείσες. Ένας από τους μαθητές του κοντόχοντρου Προμάχου ήταν ένας ψηλός, λυγερός άντρας, με κινήσεις γάτας. Κι όμορφος σχεδόν σαν κορίτσι, σκέφτηκε σαρκαστικά ο Ματ. Όλες οι γυναίκες χάζευαν τον ψηλό άντρα με μάτια που άστραφταν, ακόμα και οι Άες Σεντάι.
Ο ψηλός χειριζόταν το σπαθί εξάσκησης σχεδόν εξίσου επιδέξια με τους Προμάχους και, κάποιες φορές, κέρδιζε το επιδοκιμαστικό, σοβαρό σχόλιο του δασκάλου του. Όχι ότι ήταν άμαθος ο αντίπαλός του, ένας νεαρός πιο κοντά στην ηλικία του Ματ, με ξανθοκόκκινα μαλλιά. Κάθε άλλο, απ’ όσο μπορούσε να κρίνει ο Ματ, αν και δεν υποστήριζε ότι ήταν γνώστης της ξιφασκίας. Αυτός με τα ξανθοκόκκινα μαλλιά σταματούσε όλες τις αστραπιαίες επιθέσεις του αντιπάλου του και τις απέκρουε πριν το σπαθί εξάσκησης μπορέσει να τον χτυπήσει, ενώ μερικές φορές εξαπέλυε και δικές του επιθέσεις. Αλλά ο ωραίος απέκρουε τις σπαθιές του και ορμούσε ξανά με χάρη, σχεδόν την ίδια στιγμή.
Ο Ματ πήρε τις πετρούλες στο ένα χέρι και συνέχισε να τις πετάει στον αέρα και να τις πιάνει. Δεν θα ήθελε να αντιμετωπίσει κάποιον απ’ αυτούς τους δύο. Οπωσδήποτε όχι με σπαθί.
«Χωρίστε!» Η φωνή του Προμάχου ήχησε σαν πέτρες που έπεφταν από κουβά. Λαχανιασμένοι, οι δύο άντρες χαμήλωσαν τα σπαθιά εξάσκησης στο πλάι. Τα μαλλιά τους ήταν βρεγμένα από τον ιδρώτα. «Ξεκουραστείτε μέχρι να καπνίσω την πίπα μου. Γρήγορα, όμως· σε λίγο τελειώνω».
Τώρα που είχαν πάψει να χοροπηδούν, ο Ματ μπόρεσε να κοιτάξει καλά το νεαρό με τα ξανθοκόκκινα μαλλιά. Ξαφνικά, οι πέτρες του έπεσαν από τα χέρια. Που να καώ, πάω στοίχημα ό,τι έχω στο πουγκί μου ότι αυτός είναι ο αδελφός της Ηλαίην. Κι αν ο άλλος δεν είναι ο Γκάλαντ, θα φάω τις μπότες μου. Στο ταξίδι από το Τόμαν Χεντ, του φαινόταν ότι τα μισά απ’ όσα έλεγε η Ηλαίην ήταν για τις αρετές του Γκάγουιν και τα ελαττώματα του Γκάλαντ. Εντάξει, κατά τη γνώμη της Ηλαίην, ο Γκάγουιν είχε και κάποια ελαττώματα, αλλά ήταν μικρά· του Ματ του φαινόταν ότι ήταν πράγματα που μόνο μια αδελφή θα τα θεωρούσε ελαττώματα. Όσο για τον Γκάλαντ, όταν στρίμωχνε την Ηλαίην στο ζήτημα, έμοιαζε με το γιο που, κατά τα λεγόμενά τους, θέλουν όλες οι μητέρες. Ο Ματ δεν είχε ιδιαίτερη διάθεση για την παρέα του Γκάλαντ. Η Εγκουέν κοκκίνιζε κάθε φορά που αναφερόταν το όνομά του, αν και νόμιζε ότι κανείς δεν την καταλάβαινε.
Όταν σταμάτησαν ο Γκάγουιν και ο Γκάλαντ, ακούστηκε ένα σούσουρο από τις γυναίκες που παρακολουθούσαν και φάνηκαν έτοιμες να κάνουν, όλες μαζί, ένα βήμα εμπρός. Αλλά ο Γκάγουιν πρόσεξε τον Ματ, είπε χαμηλόφωνα κάτι στον Γκάλαντ και οι δύο τους προσπέρασαν τις γυναίκες. Οι Άες Σεντάι και οι Αποδεχθείσες γύρισαν για να τους παρακολουθήσουν με το βλέμμα. Ο Ματ σηκώθηκε με κόπο όταν είδε ότι τον πλησίαζαν.
«Είσαι ο Ματ Κώθον, έτσι δεν είναι;» είπε ο Γκάγουιν με ένα πλατύ χαμόγελο. «Καλά σε κατάλαβα, από την περιγραφή της Εγκουέν. Και της Ηλαίην. Άκουσα ότι ήσουν άρρωστος. Έχεις αναρρώσει;»
«Καλά είμαι», είπε ο Ματ. Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να αποκαλέσει τον Γκάγουιν «Άρχοντά μου» ή κάτι ανάλογο. Αρνιόταν να αποκαλεί την Ηλαίην «Αρχόντισσά μου» —όχι ότι η κοπέλα το είχε απαιτήσει ― και αποφάσισε να μη φερθεί καλύτερα στον αδελφό της.
«Ήρθες στο γυμναστήριο για να μάθεις το σπαθί;» ρώτησε το Γκάλαντ.
Ο Ματ κούνησε το κεφάλι. «Απλώς βγήκα μια βόλτα. Δεν ξέρω πολλά από σπαθιά. Περισσότερο εμπιστεύομαι ένα καλό τόξο, ή μια καλή πολεμική ράβδο. Αυτά ξέρω πώς να τα κουμαντάρω».