«Αν βρίσκεσαι συχνά κοντά στη Νυνάβε», είπε ο Γκάλαντ, «θα χρειαστείς τόξο, ράβδο και σπαθί για να προστατευτείς. Και δεν ξέρω αν θα φτάσουν».
Ο Γκάγουιν τον κοίταξε με απορία. «Γκάλαντ, παραλίγο να έλεγες κάτι αστείο».
«Μα έχω αίσθηση του χιούμορ, Γκάγουιν», είπε ο Γκάλαντ κατσουφιάζοντας. «Εσύ νομίζεις πως δεν έχω, επειδή δεν με αρέσει να χλευάζω τους ανθρώπους».
Ο Γκάγουιν κούνησε το κεφάλι και στράφηκε ξανά στον Ματ. «Πρέπει να μάθεις τα βασικά του σπαθιού. Έτσι που είναι τα πράγματα, όλοι θα έπρεπε. Ο φίλος σου —ο Ραντ αλ’Θορ― είχε ένα ασυνήθιστο σπαθί. Έχεις νέα του;»
«Έχω πολύ καιρό να δω τον Ραντ», βιάστηκε να πει ο Ματ. Για μια στιγμή, αναφέροντας τον Ραντ, τα μάτια του Γκάγουιν είχαν σπιθίσει. Φως μου, μήπως ξέρει για τον Ραντ; Δεν μπορεί. Αν ήξερε, θα με κατήγγειλε για Σκοτεινόφιλο, μόνο και μόνο επειδή είμαι φίλος τον Ραντ. Αλλά κάτι ξέρει. «Τα σπαθιά δεν είναι το παν, ξέρεις. Νομίζω πως θα τα κατάφερνα μια χαρά εναντίον σας, αν ήμουν εγώ με τη ράβδο κι εσείς με σπαθί».
Ο βήχας του Γκάγουιν προφανώς είχε σκοπό να προλάβει το γέλιο του. Είπε, με υπερβολική ευγένεια: «Θα πρέπει να είσαι πολύ καλός». Το πρόσωπο του Γκάλαντ έδειχνε απροκάλυπτη δυσπιστία.
Ίσως επειδή και οι δύο ολοφάνερα πίστευαν ότι κόμπάζε. Ίσως επειδή είχε κάνει γκάφα με τις ερωτήσεις του στο φρουρό. Ίσως επειδή η Έλσε, που γλυκόβλεπε τα αγόρια, δεν ήθελε ούτε να τον πλησιάσει και όλες αυτές οι γυναίκες είχαν στυλώσει το βλέμμα στον Γκάγουιν, σαν γάτες που κοιτάζουν πιατάκι με κρέμα. Μπορεί να ήταν Άες Σεντάι και Αποδεχθείσες, αλλά δεν έπαυαν να είναι γυναίκες. Όλες αυτές οι ερμηνείες πέρασαν από το μυαλό του Ματ, αλλά τις απέρριψε θυμωμένα, ειδικά την τελευταία. Θα το έκανε, επειδή θα είχε πλάκα. Και, ίσως, επιπλέον, να κέρδιζε και μερικά κέρματα. Δεν θα χρειαζόταν καν την καλοτυχία του.
«Πάω στοίχημα», είπε, «δύο ασημένια μάρκα προς δύο από τον καθένα σας ότι μπορώ να σας νικήσω και τους δύο μαζί, έτσι όπως είπα. Δεν θα βρείτε πιο δίκαιες πιθανότητες. Είστε δύο και είμαι ένας, άρα δύο προς ένα είναι καλές πιθανότητες». Παραλίγο να βάλει τα γέλια όταν είδε το σάστισμα στα πρόσωπά τους.
«Ματ», είπε ο Γκάγουιν, «δεν χρειάζεται να βάλουμε στοίχημα. Ήσουν άρρωστος. Ίσως να το δοκιμάσουμε κάποια άλλη φορά, που θα είσαι σε καλύτερη κατάσταση».
«Δεν θα ήταν τίμιο στοίχημα», είπε ο Γκάλαντ. «Δεν θα δεχτώ το στοίχημά σου, ούτε τώρα ούτε άλλοτε. Είσαι από το χωριό της Εγκουέν, σωστά; Δεν... δεν θέλω να θυμώσει μαζί μου».
«Τι σχέση έχει με αυτό; Αν ένας από εσάς με χτυπήσει με το σπαθί του, θα δώσω ένα ασημένιο μάρκο στον καθένα σας. Αν σας χτυπώ εγώ μέχρι να εγκαταλείψετε, τότε θα μου δώσετε δύο ο καθένας. Νομίζετε ότι δεν το μπορείτε;»
«Είναι εξωφρενικό», είπε ο Γκάλαντ. «Δεν έχεις καμία ελπίδα βάζοντάς τα με ένα γυμνασμένο ξιφομάχο, πόσο μάλλον με δύο. Δεν δέχομαι αυτό το πλεονέκτημα».
«Έτσι πιστεύεις;» ρώτησε μια φωνή σκληρή, σαν βράχος. Ο βραχύσωμος Πρόμαχος τους πλησίασε, με τα πυκνά, μαύρα φρύδια του χαμηλωμένα σε μια βλοσυρή έκφραση. «Νομίζετε ότι οι δυο σας είστε τόσο καλοί στο σπαθί, που μπορείτε να τα βάλετε με ένα αγόρι που κρατά ράβδο;»
«Δεν θα ήταν δίκαιο, Χάμαρ Γκαϊντίν», είπε ο Γκάλαντ.
«Ήταν άρρωστος», πρόσθεσε ο Γκάγουιν. «Δεν υπάρχει λόγος».
«Στο ξέφωτο», είπε τραχιά ο Χάμαρ, κάνοντας νόημα προς τα πίσω με ένα κοφτό τίναγμα της κεφαλής του. Ο Γκάλαντ και ο Γκάγουιν κοίταξαν απογοητευμένοι τον Ματ και έπειτα υπάκουσαν. Ο Πρόμαχος κοίταξε τον Ματ από την κορφή ως τα νύχια με ένα βλέμμα αμφιβολίας. «Είσαι σίγουρος ότι το μπορείς, παλικάρι μου; Τώρα που σε βλέπω καλύτερα, μου φαίνεται ότι θέλεις κρεβάτι και γιατρικά».
«Μόλις σηκώθηκα», είπε ο Ματ, «και το μπορώ. Πρέπει. Δεν θέλω να χάσω τα δύο μάρκα μου».
Τα βαριά φρύδια του Χάμαρ υψώθηκαν από την έκπληξη. «Δηλαδή επιμένεις για το στοίχημα, παλικάρι μου;»
«Χρειάζομαι τα λεφτά». Ο Ματ γέλασε.
Το γέλιο του κόπηκε απότομα όταν γύρισε προς το κοντινότερο στήριγμα με τις πολεμικές ράβδους. Τα γόνατα του σχεδόν λύγισαν. Τα ίσιωσε τόσο γρήγορα που πίστεψε πως, αν τον έβλεπε κανείς, θα νόμιζε ότι είχε σκοντάψει. Στο οπλοβαστό δεν βιάστηκε να διαλέξει μια ράβδο, που είχε πάχος πέντε πόντους και στο ύψος ξεπερνούσε τριάντα πόντους τον Ματ. Πρέπει να κερδίσω αυτό τον αγώνα. Άνοιξα, σαν χαζός, το στόμα μου και τώρα πρέπει να κερδίσω. Δεν μπορώ να χάσω τα δύο μάρκα. Δίχως αυτά, για μαγιά, θα κάνω χρόνια για να κερδίσω τα λεφτά που χρειάζομαι.
Όταν επέστρεψε, κρατώντας τη ράβδο με τα δύο χέρια μπροστά του, ο Γκάγουιν και ο Γκάλαντ ήδη τον περίμεναν, στο σημείο που πριν έκαναν εξάσκηση. Πρέπει να νικήσω. «Τύχη», μουρμούρισε. «Είναι καιρός να ρίξω το ζάρι».