Ο Χάμαρ τον κοίταξε παράξενα. «Μιλάς την Παλιά Γλώσσα, παλικάρι μου;»
Ο Ματ τον κοίταξε για μια στιγμή αμίλητος. Ένιωσε μια παγωνιά να διαπερνά το μεδούλι του. Με κόπο, διέταξε τα πόδια του να τον οδηγήσουν στο ξέφωτο. «Μην ξεχνάτε το στοίχημα», είπε δυνατά. «Δύο ασημένια μάρκα από τον καθένα σας, προς δύο από μένα».
Ένα σούσουρο ακούστηκε από τις Αποδεχθείσες, καθώς καταλάβαιναν τι συνέβαινε. Οι Άες Σεντάι παρακολουθούσαν μέσα στη σιωπή. Μια σιωπή αποδοκιμασίας.
Ο Γκάγουιν και ο Γκάλαντ χώρισαν και πήγαν δεξιά κι αριστερά του, κρατώντας απόσταση, ενώ και οι δύο μόλις που είχαν μισοσηκώσει το σπαθί.
«Όχι στοίχημα», είπε ο Γκάγουιν. «Δεν υπάρχει στοίχημα».
Την ίδια στιγμή, ο Γκάλαντ είπε: «Δεν παίρνω έτσι τα λεφτά σου».
«Εγώ δηλώνω, πάντως, ότι θα πάρω τα δικά σου», είπε ο Ματ.
«Έγινε!» βρυχήθηκε ο Χάμαρ. «Αν δεν έχουν το κουράγιο να δεχτούν το στοίχημά σου, παλικάρι μου, τότε θα πληρώσω εγώ ο ίδιος τα χαμένα».
«Πολύ καλά», είπε ο Γκάγουιν. «Αφού επιμένεις... έγινε!»
Ο Γκάλαντ δίστασε μια στιγμή, πριν μουγκρίσει: «Έγινε, λοιπόν. Ας τελειώσουμε αυτή τη φάρσα».
Η έξαψη της στιγμής ήταν το μόνο που χρειαζόταν ο Ματ. Καθώς ο Γκάλαντ χιμούσε καταπάνω του, άφησε τα χέρια του να γλιστρήσουν στη ράβδο και τη στριφογύρισε. Η άκρη της ράβδου χτύπησε τα πλευρά του ψηλού, κάνοντάς τον να γρυλίσει και να παραπατήσει. Ο Ματ άφησε τη ράβδο να αναπηδήσει πάνω στον Γκάλαντ και αμέσως γύρισε το σώμα του από την άλλη μεριά, για να υποδεχτεί τον Γκάγουιν, που τον πλησίαζε. Η ράβδος χαμήλωσε, πέρασε κάτω από το σπαθί εξάσκησης του Γκάγουιν και τον χτύπησε στον αστράγαλο. Καθώς ο Γκάγουιν έπεφτε, ο Ματ ολοκλήρωσε την περιστροφή του πάνω στην ώρα για να πετύχει τον ανασηκωμένο καρπό του Γκάλαντ και να πετάξει μακριά το σπαθί εξάσκησής του. Λες και ο καρπός του δεν τον πονούσε καθόλου, ο Γκάλαντ έκανε μια άψογη τούμπα και ξανασηκώθηκε, κρατώντας και με τα δύο χέρια το σπαθί.
Ο Ματ τον αγνόησε προς στιγμή και στράφηκε από την άλλη μεριά, γυρνώντας τους καρπούς του για να φέρει όλο το μήκος της ράβδου πλάι του. Ο Γκάγουιν, που μόλις σηκωνόταν, δέχτηκε το χτύπημα στο πλάι του κεφαλιού με ένα δυνατό γδούπο, που λιγάκι μόνο μαλάκωσε από το στρώμα των μαλλιών του. Σωριάστηκε φαρδύς-πλατύς κάτω.
Ο Ματ συνειδητοποίησε μέσα στην παραζάλη του ότι μια Λες Σεντάι έτρεχε για να περιποιηθεί τον πεσμένο αδελφό της Ηλαίην. Ελπίζω να είναι καλά. Θα πρέπει να είναι καλά. Εγώ έχω χτυπήσει πιο δυνατά, πέφτοντας από φράχτη. Ακόμα είχε να αντιμετωπίσει τον Γκάλαντ και, από τον τρόπο που στεκόταν ο Γκάλαντ, ισορροπώντας καλά, με το σπαθί υψωμένο εκεί που έπρεπε, φαινόταν ότι είχε πάρει τον Ματ στα σοβαρά.
Τα πόδια του Ματ διάλεξαν εκείνη τη στιγμή για να αρχίσουν να τρέμουν. Φως μου, δεν μπορεί να λυγίσω τώρα. Αλλά ένιωθε να τον ξαναπλησιάζει εκείνο το συναίσθημα ναυτίας, εκείνη η πείνα, σαν να είχε μέρες να φάει. Αν τον περιμένω να με πλησιάσει, θα σωριαστώ με τα μούτρα στο χώμα μέχρι να έρθει. Δυσκολεύτηκε να κρατήσει τα γόνατά του ίσια καθώς προχωρούσε. Τύχη, μείνε μαζί μου.
Από το πρώτο χτύπημα κατάλαβε ότι η τύχη, ή η δεξιοτεχνία, ή ό,τι άλλο ήταν αυτό που τον είχε φέρει ως εδώ, υπήρχε ακόμα. Ένας ξερός κρότος από το σπαθί του Γκάλαντ έδειξε ότι είχε καταφέρει να αποκρούσει αυτό το χτύπημα, καθώς και το άλλο και ύστερα το επόμενο, όμως το πρόσωπό του έδειξε ότι είχε αρχίσει να ζορίζεται. Αυτός ο επιδέξιος ξιφομάχος, που ήταν σχεδόν εξίσου καλός με τους Προμάχους, πάλευε με όλες του τις ικανότητες για να σταματά τη ράβδο του Ματ. Δεν έκανε ο ίδιος επιθέσεις· μόλις που μπορούσε να αμύνεται. Γυρνούσε συνεχώς στο πλάι, σε μια προσπάθεια να μην υποχωρήσει και ο Ματ τον πίεζε, με τη ράβδο του να κινείται τόσο γοργά που σχεδόν δεν φαινόταν. Και ο Γκάλαντ έκανε και ξανάκανε βήματα πίσω και η ξύλινη λεπίδα του αποτελούσε μια πολύ λεπτή ασπίδα για την πολεμική ράβδο.
Η πείνα ροκάνιζε τον Ματ, σαν να είχε καταπιεί νυφίτσες. Ιδρώτας έτρεχε στα μάτια του και η δύναμή του άρχισε να στερεύει, σαν να κυλούσε μαζί με τον ιδρώτα. Όχι ακόμα. Δεν γίνεται να πέσω ακόμα. Πρέπει να νικήσω. Τώρα. Με ένα βρυχηθμό, έριξε ό,τι αποθέματα δύναμης είχε σε μια τελευταία εφόρμηση.
Η ράβδος σφύριξε δίπλα από το σπαθί του Γκάλαντ και γοργά, διαδοχικά, τον πέτυχε στο γόνατο, στον καρπό και στα πλευρά, καταλήγοντας, τελικά, στο στομάχι του Γκάλαντ σαν λόγχη. Ο Γκάλαντ διπλώθηκε στα δύο, μουγκρίζοντας και βάζοντας τα δυνατά του να μην πέσει. Η ράβδος σπαρτάρισε στα χέρια του Ματ, στα πρόθυρα ενός δυνατού, συντριπτικού χτυπήματος στο λαιμό. Ο Γκάλαντ σωριάστηκε στο έδαφος.
Ο Ματ κόντεψε να πετάξει τη ράβδο κάτω όταν συνειδητοποίησε τι ετοιμαζόταν να κάνει. Θέλω να κερδίσω, όχι να σκοτώσω. Φως μου, τι με έπιασε; Κάρφωσε αντανακλαστικά την άκρη της ράβδου στο έδαφος κι αμέσως στηρίχτηκε πάνω της για να μείνει όρθιος. Η πείνα τον είχε αδειάσει, σαν μαχαίρι που ξύνει το μεδούλι από το κόκαλο. Ξαφνικά, κατάλαβε ότι δεν παρακολουθούσαν μόνο οι Άες Σεντάι και οι Αποδεχθείσες. Όσοι έκαναν ασκήσεις και μαθήματα είχαν σταματήσει. Τόσο οι Πρόμαχοι όσο και οι μαθητές στέκονταν ακίνητοι και τον κοιτούσαν.