Ο Χάμαρ πήγε και στάθηκε πλάι στον Γκάλαντ, που ακόμα αγκομαχούσε στο χώμα και προσπαθούσε να σηκωθεί. Ο Πρόμαχος ύψωσε τη φωνή και φώναξε: «Ποιος ήταν ο μεγαλύτερος ξιφομάχος όλων των εποχών;»
Από το λαρύγγι δεκάδων μαθητών ακούστηκε η ομαδική κραυγή: «Ο Τζήρομ, Γκαϊντίν!»
«Ναι!» φώναξε ο Χάμαρ, γυρνώντας για να τον ακούσουν όλοι. «Σε όλη του τη ζωή, ο Τζήρομ πολέμησε πάνω από δέκα χιλιάδες φορές, στη μάχη και σε μονομαχίες. Μια φορά νικήθηκε. Από έναν αγρότη με πολεμική ράβδο! Να το θυμάστε αυτό. Να θυμάστε τι είδατε». Χαμήλωσε το βλέμμα στον Γκάλαντ και χαμήλωσε επίσης και τη φωνή του. «Αν ακόμα δεν μπορείς να σηκωθείς, παλικάρι μου, τότε τελείωσε». Σήκωσε το χέρι και οι Άες Σεντάι, μαζί με τις Αποδεχθείσες, χίμηξαν για να περικυκλώσουν τον Γκάλαντ.
Ο Ματ γλίστρησε πάνω στη ράβδο, ώσπου βρέθηκε στα γόνατα. Καμία Άες Σεντάι δεν του έριξε έστω και μια ματιά. Μόνο μια Αποδεχθείσα ― μια παχουλή κοπέλα στην οποία θα σκεφτόταν, σε άλλες περιστάσεις, να της ζητήσει να χορέψουν, αν δεν προοριζόταν για Άες Σεντάι. Αυτή τον κοίταξε, ξεφύσησε και ξανακοίταξε τις Άες Σεντάι που κύκλωναν τον Γκάλαντ.
Ο Ματ πρόσεξε, με ανακούφιση, ότι ο Γκάγουιν ήταν όρθιος. Σηκώθηκε αργά όταν είδε τον Γκάγουιν να τον πλησιάζει. Δεν πρέπει να το καταλάβουν. Δεν θα βγω ποτέ από δω, αν αρχίσουν να με νταντεύουν από το πρωί ως το βράδυ. Τα ξανθοκόκκινα μαλλιά του Γκάγουιν είχαν σκουρύνει από το αίμα στο πλάι, αλλά δεν φαινόταν να υπάρχει κάποιο κόψιμο ή μελάνιασμα.
Έβαλε δυο ασημένια μάρκα στο χέρι του Ματ, λέγοντας ξερά: «Μου φαίνεται ότι την άλλη φορά θα σε ακούσω». Όταν πρόσεξε το βλέμμα του Ματ, έφερε το χέρι στο κεφάλι του. «Το Θεράπευσαν, αλλά δεν ήταν σοβαρό. Η Ηλαίην πολλές φορές μου είχε κάνει χειρότερα. Μια χαρά τα καταφέρνεις με αυτό».
«Δεν είμαι τόσο καλός όσο ο πατέρας μου. Από τότε που θυμάμαι, κάθε χρονιά στο Μπελ Τάιν είναι ο νικητής στη ράβδο, εκτός από μια-δυο φορές, που κέρδισε ο μπαμπάς του Ραντ». Το βλέμμα του Γκάγουιν ξανάδειξε ενδιαφέρον και ο Ματ ευχήθηκε να μην είχε πει κουβέντα για τον Ταμ αλ’Θορ. Οι Άες Σεντάι και οι Αποδεχθείσες ήταν ακόμα μαζεμένες γύρω από τον Γκάλαντ. «Μου... μου φαίνεται ότι τον πλήγωσα σοβαρά. Δεν το ήθελα».
Ο Γκάγουιν έριξε μια ματιά εκεί —δεν φαινόταν τίποτα, εκτός από τους δύο δακτυλίους που σχημάτιζαν οι πλάτες των γυναικών, με τα λευκά φορέματα των Αποδεχθεισών να σχηματίζουν τον εξωτερικό δακτύλιο, καθώς κοίταζαν πάνω από τους ώμους των σκυμμένων Άες Σεντάι― και γέλασε. «Δεν τον σκότωσες —τον άκουσα να βογκά— άρα τώρα θα έπρεπε να έχει σηκωθεί όρθιος, αλλά δεν θα αφήσουν να χαθεί αυτή η ευκαιρία, τώρα που τον έχουν στα χέρια τους. Φως μου, οι τέσσερις είναι του Πράσινου Άτζα!» Ο Ματ τον κοίταξε μπερδεμένος -Πράσινο Άτζα; Τι σχέση έχει αυτό;― και ο Γκάγουιν κούνησε το κεφάλι έντονα. «Δεν πειράζει. Να είσαι βέβαιος ότι το μόνο που έχει να φοβάται ο Γκάλαντ είναι μήπως καταλήξει να είναι Πρόμαχος κάποιας Πράσινης Άες Σεντάι, πριν ξεζαλιστεί». Γέλασε. «Όχι, δεν θα έκαναν τέτοιο πράγμα. Αλλά πάω στοίχημα τα δύο μάρκα μου στο χέρι σου ότι κάποιες αυτό ακριβώς εύχονται».
«Δεν είναι δικά σου αυτά τα μάρκα», είπε ο Ματ, χώνοντάς τα στην τσέπη του σακακιού του, «είναι δικά μου». Δεν είχε βγάλει νόημα με την εξήγηση, εκτός από το ότι ο Γκάλαντ ήταν καλά. Το μόνο που ήξερε για όσα συνέβαιναν μεταξύ Προμάχων και Άες Σεντάι ήταν οι σκόρπιες αναμνήσεις που είχε από τον Λαν και τη Μουαραίν και σε αυτές δεν υπήρχε τίποτα σχετικό με αυτό που υπονοούσε ο Γκάγουιν. «Λες να ενοχληθούν, αν πάω να πάρω τα λεφτά του στοιχήματος;»
«Το πιθανότερο», είπε ξερά ο Χάμαρ καθώς πήγαινε κοντά τους. «Αυτή τη στιγμή, οι συγκεκριμένες Άες Σεντάι σε βλέπουν με μισό μάτι». Ξεφύσησε. «Θα πίστευε κανείς ότι ακόμα και οι Πράσινες Άες Σεντάι είναι καλύτερες από κοριτσάκια που μόλις ξεκόλλησαν από την ποδιά της μάνας τους. Δεν είναι και τόσο ωραίος».
«Δεν είναι», συμφώνησε ο Ματ.
Ο Γκάγουιν τους κοίταξε χαμογελώντας και ο Χάμαρ του έριξε μια άγρια ματιά. «Να», είπε ο Πρόμαχος, βάζοντας στο χέρι του Ματ ακόμα δύο ασημένια νομίσματα. «Θα τα πάρω μετά, από τον Γκάλαντ. Από πού είσαι, παλικάρι μου;»