Выбрать главу

«Από τη Μανέθερεν». Ο Ματ πάγωσε όταν άκουσε το όνομα να βγαίνει από το στόμα του. «Θέλω να πω, είμαι από τους Δύο Ποταμούς. Με τόσες παλιές ιστορίες που έχω ακούσει...» Έμειναν να κοιτάζονται χωρίς να λένε τίποτα. «Λέω... λέω να γυρίσω, μήπως βρω κάτι να φάω». Δεν είχε ηχήσει ούτε καν η καμπάνα του Προμεσήμερου, όμως οι άλλοι ένευσαν, σαν να ήταν λογικό αυτό που είχε πει.

Κράτησε τη ράβδο —κανείς δεν του είχε πει να την ξαναβάλει στη θέση της― και περπάτησε αργά, ώσπου τα δέντρα τον έκρυψαν από το ξέφωτο. Τότε έγειρε στο ραβδί, σαν να ήταν μόνο αυτό που τον κρατούσε όρθιο. Μπορεί και να ήταν.

Του φαινόταν ότι, αν άνοιγε το σακάκι του, θα έβλεπε μια τρύπα στη θέση του στομαχιού του, μια τρύπα που μεγάλωνε, καθώς κατάπινε και το υπόλοιπο σώμα του. Αλλά δεν σκεφτόταν σχεδόν καθόλου την πείνα του. Άκουγε αδιάκοπα φωνές στο κεφάλι του. Μιλάς την Παλιά Γλώσσα, παλικάρι μου; Μανέθερεν, Τον έπιασε ρίγος. Βοηθά με, Φως μου, κάθε φορά που ανοίγω το στόμα, μπαίνω σε μπελάδες. Πρέπει να φύγω από δω. Μα πώς; Προχώρησε κουτσαίνοντας προς το κεντρικό κτίριο του Πύργου, σαν να ήταν υπέργηρος. Πώς;

25

Ερωτήσεις

Η Εγκουέν ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της Νυνάβε, στηρίζοντας το σαγόνι στα χέρια και παρακολουθώντας τη Νυνάβε να βηματίζει μπρος-πίσω. Η Ηλαίην ήταν ξαπλωμένη μπροστά στο τζάκι, που ήταν ακόμα γεμάτο στάχτες από το προηγούμενο βράδυ. Για άλλη μια φορά, η Ηλαίην μελετούσε τη λίστα με τα ονόματα που είχε καταγράψει η Βέριν, διαβάζοντας υπομονετικά από την αρχή κάθε λέξη. Οι άλλες σελίδες, ο κατάλογος των τερ’ανγκριάλ, ήταν στο τραπέζι· αφού το είχαν διαβάσει εμβρόντητες μια φορά, δεν το είχαν ξανασυζητήσει άλλο, αν και είχαν μιλήσει για όλα τα υπόλοιπα. Διαφωνώντας, μάλιστα.

Η Εγκουέν έπνιξε το χασμουρητό της. Ακόμα δεν είχε μεσημεριάσει, αλλά καμία δεν είχε χορτάσει ύπνο. Είχαν σηκωθεί νωρίς. Για τα μαγειρεία και το πρωινό, καθώς και για άλλα πράγματα, που δεν ήθελε ούτε να τα σκεφτεί. Ο λιγοστός ύπνος που είχε κάνει ήταν γεμάτος άσχημα όνειρα. Ίσως η Ανάγια να μπορούσε να με βοηθήσει να τα καταλάβω, όσα απ αυτά πρέπει να καταλάβω, αλλά... Αλλά αν είναι Μαύρο Άτζα; Έχοντας κοιτάξει προσεκτικά όλες τις γυναίκες στο θάλαμο την περασμένη νύχτα, διερωτώμενη ποια απ’ αυτές να ήταν του Μαύρου Άτζα, τώρα δυσκολευόταν να νιώσει εμπιστοσύνη για οποιαδήποτε άλλη εκτός από τις δύο συντρόφισσές της. Ευχόταν, όμως, να είχε τρόπο να ερμηνεύσει τα όνειρά της. Της ήταν εύκολο να καταλάβει τους εφιάλτες γι’ αυτά που είχαν συμβεί μέσα στο τερ’ανγκριάλ την περασμένη νύχτα, παρ’ όλο που την είχαν κάνει να ξυπνά σχεδόν κλαίγοντας. Είχε ονειρευτεί, επίσης, και τις Σωντσάν, γυναίκες που είχαν κεραυνούς κεντημένους στα φορέματά τους, οι οποίες περνούσαν περιλαίμια σε μια μακριά σειρά από γυναίκες που φορούσαν το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού και τις ανάγκαζαν να ρίξουν αστραπές στο Λευκό Πύργο. Αυτό την είχε κάνει να ξυπνήσει λουσμένη σε κρύο ιδρώτα, αλλά πρέπει να ήταν κι αυτό εφιάλτης. Όπως, επίσης, και το όνειρο με τους Λευκομανδίτες να δένουν τα χέρια του πατέρα της. Εφιάλτης που τον είχε προκαλέσει η νοσταλγία για το σπίτι, της φαινόταν. Τα άλλα, όμως...

Ξανακοίταξε τις άλλες δύο γυναίκες. Η Ηλαίην ακόμα διάβαζε. Η Νυνάβε ακόμα βημάτιζε με αταλάντευτο βήμα.

Είχε δει ένα όνειρο με τον Ραντ, που άπλωνε το χέρι σε ένα σπαθί φτιαγμένο από κρύσταλλο χωρίς να βλέπει το λεπτό δίχτυ που έπεφτε πάνω του. Και ένα με τον Ραντ να γονατίζει σε ένα θάλαμο, όπου ένας καυτός άνεμος φυσούσε τη σκόνη στο δάπεδο, ενώ πλάσματα σαν εκείνο στο λάβαρο του Δράκοντα, αλλά μικρότερα, πετούσαν σε εκείνο τον άνεμο και προσγειώνονταν στο δέρμα του. Ένα όνειρο με τον Ραντ να περπατά σε μια μεγάλη τρύπα σε ένα μαύρο βουνό, μια τρύπα γεμάτη από μια κοκκινωπή λάμψη, σαν να υπήρχαν πελώριες φωτιές πιο κάτω, καθώς κι ένα όνειρο με τον Ραντ να αντιμετωπίζει Σωντσάν.

Δεν ήξερε για το τελευταίο, αλλά για τα υπόλοιπα ήταν σίγουρη πως κάτι σήμαιναν. Παλιά, τότε που ήταν βέβαιη ότι μπορούσε να εμπιστεύεται την Ανάγια, πριν αφήσει τον Πύργο, πριν μάθει για την ύπαρξη του Μαύρου Άτζα, τότε, ρωτώντας επιφυλακτικά την Άες Σεντάι —τόσο, μα τόσο προσεκτικά, έτσι ώστε η Ανάγια να πιστέψει ότι ήταν απλώς η περιέργεια που έδειχνε και για άλλα πράγματα― είχε μάθει ότι τα όνειρα μιας Ονειρεύτριας για τους τα’βίρεν ήταν σχεδόν πάντα σημαντικά και όσο πιο ισχυρός τα’βίρεν ήταν κάποιος, τόσο το «σχεδόν πάντα» γινόταν «σίγουρα».

Ο Ματ και ο Πέριν ήταν, επίσης, τα’βίρεν και τους είχε ονειρευτεί κι αυτούς. Παράξενα όνειρα, πιο δυσερμήνευτα από τα άλλα, με τον Ραντ. Ο Πέριν με ένα γεράκι στον ώμο και ο Πέριν με έναν αστούριο. Μόνο που η γερακίνα —η Εγκουέν, για κάποιο λόγο, ήταν πεπεισμένη ότι και το γεράκι και ο αστούριος ήταν θηλυκά― είχε ένα λουρί στα γαμψώνυχά της και προσπαθούσε να το περάσει γύρω από το λαιμό του Πέριν. Αυτό την έκανε να ανατριχιάζει, ακόμα και τώρα· δεν της άρεσαν τα όνειρα με λουριά. Και το όνειρο με τον Πέριν —με γενειάδα!― να οδηγεί ένα πελώριο κοπάδι λύκων, που έφτανε ως εκεί που μπορούσες να δεις. Τα όνειρα με τον Ματ ήταν ακόμα πιο απαίσια. Ο Ματ έβαζε το ίδιο του το αριστερό μάτι σε μια ζυγαριά. Ο Ματ ήταν κρεμασμένος από το λαιμό στο κλαρί ενός δέντρου. Υπήρχε και ένα όνειρο με τον Ματ και τους Σωντσάν, αλλά αυτό δεν είχε δυσκολευτεί να το απορρίψει ως εφιάλτη. Δεν μπορούσε να είναι κάτι άλλο. Ακριβώς όπως κι εκείνο με τον Ματ να μιλά την Παλιά Γλώσσα. Πρέπει να προερχόταν από αυτά που είχε ακούσει η Εγκουέν όταν τον Θεράπευαν.