Αναστέναξε και ο αναστεναγμός μετατράπηκε σε ένα, ακόμα, χασμουρητό. Μαζί με τις άλλες δύο είχαν πάει στο δωμάτιό του, μετά το πρωινό, για να δουν τι έκανε, αλλά αυτός έλειπε.
Μάλλον ανάρρωσε αρκετά, ώστε να μπορεί να πάει ακόμα και για χορό. Φως μου, να δεις που θα ονειρευτώ ότι χορεύει με τις Σωντσάν! Όχι άλλα όνειρα, είπε αυστηρά στον εαυτό της. Όχι τώρα. Θα τα ξανασκεφτώ όταν δεν θα νιώθω τόση κούραση. Σκέφτηκε τα μαγειρεία, το μεσημεριανό φαγητό, που δεν θα αργούσε και ύστερα το δείπνο και πάλι το πρωινό την επόμενη μέρα και τα κατσαρολικά και το πλύσιμο και τη λάντζα που θα διαρκούσε για πάντα. Αν, ποτέ, τύχει να μην είμαι κουρασμένη. Άλλαξε θέση στο κρεβάτι και ξανακοίταξε τις φίλες της. Το βλέμμα της Ηλαίην ήταν ακόμα στον κατάλογο των ονομάτων. Τα βήματα της Νυνάβε ήταν πιο αργά. Όπου να ’ναι, η Νυνάβε θα το ξαναπεί. Όπου να ’ναι.
Η Νυνάβε κοντοστάθηκε, κοιτάζοντας την Ηλαίην. «Παράτα τα αυτά. Είκοσι φορές τα κοιτάξαμε και δεν βγάλαμε άκρη ούτε με μια λέξη. Η Βέριν μας έδωσε άχρηστα χαρτιά. Το ερώτημα είναι, ήταν το μόνο που είχε, ή μήπως εσκεμμένα μας έδωσε σκουπίδια;»
Όπως το περίμενα. Ίσως το ξαναπεί σε κάνα μισάωρο. Η Εγκουέν κοίταξε συνοφρυωμένη τα χέρια της, νιώθοντας χαρά που δεν μπορούσε να τα δει καθαρά. Το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό φαινόταν να μην ταιριάζει σε χέρια που ήταν γεμάτα ζάρες, έχοντας περάσει όλη τη μέρα μέσα σε καυτό νερό με σαπούνι.
«Βοηθάει αν ξέρουμε τα ονόματά τους», είπε η Ηλαίην, που ακόμα διάβαζε. «Βοηθάει αν ξέρουμε το παρουσιαστικό τους».
«Ξέρεις καλά τι εννοώ», της αντέτεινε η Νυνάβε.
Η Εγκουέν αναστέναξε, σταύρωσε τα χέρια μπροστά της και στήριξε έτσι το κεφάλι της. Βγαίνοντας το ίδιο πρωί από το μελετητήριο της Σέριαμ, με την ήλιο να μην έχει εμφανιστεί καν στον ορίζοντα, η Νυνάβε την περίμενε με ένα κερί στον κρύο, σκοτεινό διάδρομο. Δεν έβλεπε καθαρά, αλλά της φαινόταν πως η Νυνάβε σε λίγο θα άρχιζε να μασάει πέτρες. Και ότι ήξερε πως αυτό δεν θα τη βοηθούσε σε τίποτα. Γι’ αυτό ήταν τόσο εκνευρισμένη. Είναι εύθικτη, σαν τους άντρες, όσον αφορά την αξιοπρέπειά της. Αλλά δεν πρέπει να ξεσπά στην Ηλαίην και σε εμένα. Φως μου, αν το αντέχει η Ηλαίην, πρέπει να το αντέξει κι αυτή. Δεν είναι πια Σοφία.
Η Ηλαίην δεν φαινόταν να προσέχει αν η Νυνάβε ήταν εκνευρισμένη ή όχι. Κοίταξε σκεφτικά στο βάθος, σμίγοντας τα φρύδια. «Η Λίαντριν ήταν η μόνη Κόκκινη. Όλα τα άλλα Άτζα έχασαν από δύο».
«Α, μα πάψε πια, παιδί μου», είπε η Νυνάβε.
Η Ηλαίην ανεβοκατέβασε το αριστερό της χέρι για να επιδείξει το δαχτυλίδι με το Μεγάλο Ερπετό, έριξε μια εύγλωττη ματιά στη Νυνάβε και συνέχισε απτόητη, «Όλες είναι γεννημένες σε διαφορετικές πόλεις και δεν υπάρχουν πάνω από δύο που να είναι γεννημένες στην ίδια χώρα. Η Αμίκο Ναγκογίν ήταν η μικρότερη, μόνο τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη από την Εγκουέν κι εμένα. Η Τζόγια Μπύιρ θα μπορούσε να είναι γιαγιά μας».
Της Εγκουέν δεν της άρεσε που μια του Μαύρου Άτζα είχε το όνομα της κόρης της. Χαζό κορίτσι! Μερικοί άνθρωποι τυχαίνει να έχουν το ίδιο όνομα κι εσύ ποτέ δεν είχες κόρη. Δεν ήταν αληθινό!
«Και τι μας λέει αυτό;» Η φωνή της Νυνάβε παραήταν ήρεμη· ήταν έτοιμη να εκραγεί, σαν άμαξα γεμάτη βεγγαλικά. «Τι μυστικά βρήκες που μου ξέφυγαν; Εγώ, βλέπεις, γερνάω και χάνω τα ματάκια μου!»
«Μας λέει ότι όλα είναι υπερβολικά τακτικά», είπε ήσυχα η Ηλαίην. «Τι πιθανότητες υπάρχουν ότι δεκατρείς γυναίκες, που επελέγησαν αποκλειστικά για το γεγονός ότι ήταν Σκοτεινόφιλες, θα ήταν τόσο τακτικά τακτοποιημένες κατά ηλικία, κατά έθνη, κατά Άτζα; Δεν θα έπρεπε, ίσως, να υπάρχουν τρεις Κόκκινες, ή τέσσερις γεννημένες στην Καιρχίν, ή δύο που να έχουν κοινή ηλικία, αν ήταν όλα τυχαία; Είχαν αρκετές γυναίκες από τις οποίες να διαλέξουν, αλλιώς δεν θα μπορούσαν να έχουν διαλέξει ένα τόσο τυχαίο σχήμα. Υπάρχει ακόμα Μαύρο Άτζα στον Πύργο, ή κάπου αλλού, που δεν ξέρουμε. Αυτό πρέπει να σημαίνει».