Выбрать главу

Η Νυνάβε πήρε τις ισιωμένες σελίδες στο τραπέζι και τις άφησε εκεί. Δίστασε πριν απλώσει τις υπόλοιπες και διατρέξει μία λίστα με το δάχτυλό της και μετά την επόμενη. «Να κάτι που θα απολάμβανε ο Ματ», είπε με φωνή υπερβολικά ανάλαφρη και χαρούμενη. «Αντικείμενο. Μια ομάδα από έξι σκαλιστά ζάρια με βούλες, που είναι ενωμένα στις κορυφές, με πλάτος μικρότερο των πέντε εκατοστών. Χρήση άγνωστη, μόνο που η διαβίβαση της Δύναμης διαμέσου του αντικειμένου φαίνεται να αναστέλλει με κάποιον τρόπο την τύχη, ή να τη διαστρεβλώνει». Άρχισε να διαβάζει φωναχτά. «“Νομίσματα που πετάχτηκαν στον αέρα εμφάνιζαν κάθε φορά την ίδια πλευρά και σε μια δοκιμή, όταν προσγειώνονταν, ισορροπούσαν στην κόψη τους εκατό φορές στη σειρά. Χίλια πετάγματα των ζαριών είχαν ως αποτέλεσμα πέντε κορώνες χίλιες φορές”». Γέλασε νευρικά. «Ο Ματ θα το λάτρευε».

Η Εγκουέν αναστέναξε, σηκώθηκε και πήγε μουδιασμένα προς το τζάκι. Η Ηλαίην σηκώθηκε, παρακολουθώντας σιωπηλά, σαν τη Νυνάβε. Η Εγκουέν τράβηξε όσο μπορούσε το μανίκι της και έχωσε με προσοχή το μπράτσο στην καμινάδα. Τα δάχτυλά της άγγιξαν μαλλί στη γωνία και τράβηξε μια τυλιγμένη, καψαλισμένη κάλτσα, που είχε ένα σκληρό όγκο στο δάχτυλο. Σκούπισε την καπνιά, που είχε αφήσει ένα λεκέ στο μπράτσο της και μετά πήρε την κάλτσα στο τραπέζι και την κούνησε. Το στρεβλωμένο δαχτυλίδι από τη ριγωτή, πιτσιλωτή πέτρα στριφογύρισε πάνω στο τραπέζι και έπεσε σε μια σελίδα του καταλόγου των τερ’ανγκριάλ. Για λίγες στιγμές, στάθηκαν κοιτάζοντάς το.

«Ίσως», είπε τελικά η Νυνάβε, «της Βέριν να της διέφυγε το γεγονός ότι πολλά απ’ αυτά τα μελέτησε τελευταία η Κοριάνιν». Από τον τόνο της, δεν έδειχνε να το πιστεύει.

Η Ηλαίην ένευσε, αλλά με αμφιβολία. «Την είδα κάποτε να περπατά στη βροχή μούσκεμα και της πήγα ένα μανδύα. Ήταν πολύ απορροφημένη ο’ αυτά που σκεφτόταν. Νομίζω ότι δεν είχε καταλάβει ότι έβρεχε, πριν ρίξω το μανδύα στους ώμους τους. Μπορεί να μην το πρόσεξε».

«Μπορεί», είπε η Εγκουέν. «Αν, όμως, το πρόσεξε, τότε πρέπει να ήξερε ότι θα το καταλάβαινα, μόλις διάβαζα τον κατάλογο. Τι να πω. Καμιά φορά νομίζω ότι η Βέριν αντιλαμβάνεται περισσότερα απ’ όσο δείχνει. Δεν ξέρω τι να πω».

«Άρα έχουμε να υποψιαζόμαστε και τη Βέριν», είπε η Ηλαίην αναστενάζοντας. «Αν είναι του Μαύρου Άτζα, τότε ξέρουν ακριβώς τι κάνουμε. Και η Αλάνα». Έριξε μια λοξή, αβέβαιη ματιά στην Εγκουέν.

Η Εγκουέν τους είχε πει τα πάντα. Με εξαίρεση αυτά που είχαν συμβεί εντός του τερ’ανγκριάλ στη δοκιμασία της· δεν άντεχε να μιλήσει γι’ αυτά, όπως δεν είχαν πει τίποτα για τη δική τους δοκιμασία η Νυνάβε και η Ηλαίην. Είχε πει όλα όσα είχαν συμβεί στην αίθουσα της δοκιμασίας, αυτά που είχε πει η Σέριαμ για το τρομερό, τρωτό σημείο που σου προκαλούσε η ικανότητα να διαβιβάζεις, κάθε λέξη που είχε προφέρει η Βέριν, είτε φαινόταν να έχει σημασία είτε όχι. Το μόνο που δυσκολεύονταν να δεχτούν ήταν η Αλάνα· οι Άες Σεντάι ποτέ δεν έκαναν τέτοια πράγματα. Κανείς δεν έκανε τέτοια πράγματα, αν είχε μια στάλα μυαλό, πόσο μάλλον οι Άες Σεντάι.

Η Εγκουέν τις αγριοκοίταξε, σχεδόν τις άκουσε να το λένε. «Κι επίσης οι Άες Σεντάι δεν λένε ψέματα, υποτίθεται, αλλά πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις αυτό που κάνουν η Βέριν και η Μητέρα με αυτά που μας λένε; Υποτίθεται ότι δεν υπάρχει Μαύρο Άτζα».

«Μου αρέσει η Αλάνα». Η Νυνάβε τράβηξε την πλεξούδα της και ύστερα σήκωσε τους ώμους. «Άντε, καλά. Ίσ... Θέλω να πω, ήταν παράξενη η συμπεριφορά της».

«Σ’ ευχαριστώ», είπε η Εγκουέν και η Νυνάβε ένευσε συμφωνώντας, σαν να μην είχε καταλάβει το σαρκασμό.

«Εν πάση περιπτώσει, η Άμερλιν το ξέρει και θα έχει το νου της στην Αλάνα, ενώ εμείς δεν θα μπορούσαμε να την προσέχουμε εξίσου».

«Τι γίνεται με την Ελάιντα και τη Σέριαμ;» ρώτησε η Εγκουέν.

«Ποτέ δεν κατάφερα να συμπαθήσω την Ελάιντα», είπε η Ηλαίην, «αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι Μαύρο Άτζα. Και η Σέριαμ; Είναι αδύνατον».

Η Νυνάβε ξεφύσησε. «Θα έπρεπε να είναι αδύνατο για όλες. Όταν τις βρούμε, τίποτα δεν λέει ότι όλες θα είναι γυναίκες τις οποίες δεν συμπαθούμε. Αλλά δεν θέλω να είμαι καχύποπτη ― τέτοιου είδους καχυποψία!― για οποιαδήποτε. Χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω, δεν φτάνει το γεγονός ότι, ίσως, είδαν κάτι που δεν έπρεπε να δουν». Η Εγκουέν και η Ηλαίην αμέσως κατένευσαν και η Νυνάβε συνέχισε: «Θα πούμε γι’ αυτά —και τίποτα παραπάνω — στην Άμερλιν και δεν θα δώσουμε περιττή έμφαση. Αν ποτέ έρθει να μας βρει, όπως είπε ότι θα κάνει. Αν είσαι μαζί μας όταν έρθει, Ηλαίην, μην ξεχάσεις ότι δεν ξέρει για σένα».