Выбрать главу

«Δεν πρόκειται να το ξεχάσω», είπε ζωηρά η Ηλαίην. «Αλλά θα έπρεπε να έχουμε κάποιον άλλο τρόπο να της στείλουμε μήνυμα. Η μητέρα μου θα το είχε σχεδιάσει καλύτερα».

«Αν δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τους αγγελιοφόρους της, όχι», είπε η Νυνάβε. «Θα περιμένουμε. Εκτός αν πιστεύετε ότι μια από μας πρέπει να πάει να μιλήσει στη Βέριν. Κανένας δεν θα το έβρισκε αξιοπερίεργο».

Η Ηλαίην δίστασε και ύστερα κούνησε ελαφρά το κεφάλι. Η άρνηση της Εγκουέν ήταν πιο γοργή και πιο έντονη· μπορεί να της είχε διαφύγει, μπορεί και όχι, αλλά η Βέριν είχε κρύψει πολλά και δεν μπορούσαν να την εμπιστευτούν.

«Ωραία». Η Νυνάβε έδειχνε κάτι παραπάνω από ικανοποιημένη. «Κι επίσης χαίρομαι που δεν μπορούμε να μιλάμε με την Άμερλιν όποτε θέλουμε. Με αυτό τον τρόπο αποφασίζουμε μόνες μας, ενεργούμε όποτε και όπως αποφασίσουμε, δίχως να οδηγεί το κάθε βήμα μας». Το χέρι της διέτρεξε τις σελίδες που κατέγραφαν τα κλεμμένα τερ’ανγκριάλ και μετά έκλεισε γύρω από το ριγωτό, πέτρινο δαχτυλίδι. «Και η πρώτη απόφαση αφορά το δαχτυλίδι. Είναι το πρώτο πράγμα που είδαμε να έχει πραγματική σχέση με τη Λίαντριν και τις άλλες». Το κοίταξε συνοφρυωμένη και μετά ανάσανε βαθιά. «Απόψε θα κοιμηθώ μαζί του».

Η Εγκουέν δεν δίστασε, πριν πάρει το δαχτυλίδι από το χέρι της Νυνάβε. Ήθελε να διστάσει —ήθελε να κρατήσει τα χέρια της ίσια, πλάι στο κορμί της― αλλά δεν το έκανε και χάρηκε. «Για μένα λένε ότι, ίσως, είμαι Ονειρεύτρια. Δεν ξέρω αν αυτό μου δίνει κάποιο πλεονέκτημα, αλλά η Βέριν είπε ότι είναι επικίνδυνο. Όποια από μας κι αν το χρησιμοποιήσει, θα χρειαστεί κάθε πλεονέκτημα».

Η Νυνάβε άρπαξε την πλεξούδα της και άνοιξε το στόμα, σαν να ήθελε να διαμαρτυρηθεί. Όταν, τελικά, μίλησε, είπε: «Είσαι σίγουρη, Εγκουέν; Δεν ξέρουμε καν αν είσαι Ονειρεύτρια κι εγώ μπορώ να διαβιβάσω πιο δυνατά από σένα. Πραγματικά, νομίζω ότι —» Η Εγκουέν τη διέκοψε.

«Μπορείς να διαβιβάσεις πιο δυνατά όταν είσαι θυμωμένη. Είσαι σίγουρη ότι θα θυμώσεις μέσα σε ένα όνειρο; Θα προλάβεις να θυμώσεις όταν χρειαστεί να διαβιβάσεις; Φως μου, δεν ξέρουμε καν αν γίνεται να διαβιβάσεις μέσα σε ένα όνειρο. Αν πρέπει να το κάνει κάποια από μας —κι έχεις δίκιο· είναι το μόνο ίχνος που έχουμε — θα πρέπει να είμαι εγώ. Ίσως να είμαι στ’ αλήθεια Ονειρεύτρια. Εκτός αυτού, η Βέριν το έδωσε σε μένα».

Η Νυνάβε έδειχνε σαν να ήθελε να διαφωνήσει κι άλλο, όμως τελικά κατένευσε κατσούφικα. «Πολύ καλά. Αλλά η Ηλαίην κι εγώ θα είμαστε κοντά σου. Δεν ξέρω τι μπορούμε να κάνουμε, αλλά αν κάτι πάει στραβά, ίσως μπορέσουμε να σε ξυπνήσουμε, ή... Θα είμαστε κοντά σου». Και η Ηλαίην κατένευσε.

Τώρα που είχαν συμφωνήσει μαζί της, η Εγκουέν ένιωσε να ανακατεύεται το στομάχι της. Εγώ τις έπεισα. Και, τώρα, εύχομαι να με είχαν μεταπείσει. Συνειδητοποίησε ότι μια γυναίκα στεκόταν στο κατώφλι, μια γυναίκα στα λευκά των μαθητευόμενων, με μαλλιά χτενισμένα σε μακριές πλεξούδες.

«Δεν σε μάθανε να χτυπάς την πόρτα, Έλσε;» είπε η Νυνάβε.

Η Εγκουέν έκρυψε το πέτρινο δαχτυλίδι στη χούφτα της. Είχε την αλλόκοτη αίσθηση, ότι η Έλσε είχε καρφώσει το βλέμμα της πάνω του.

«Έχω ένα μήνυμα για εσάς», είπε γαλήνια η Έλσε. Κοίταξε εξεταστικά το τραπέζι, με όλα τα χαρτιά σκορπισμένα πάνω του και ύστερα τις τρεις γυναίκες γύρω του. «Από την Άμερλιν».

Η Εγκουέν αντάλλαξε απορημένες ματιές με τη Νυνάβε και την Ηλαίην.

«Τι λέει το μήνυμα, λοιπόν;» απαίτησε να μάθει η Νυνάβε.

Η Έλσε σήκωσε τα φρύδια με μια κεφάτη έκφραση. «Τα υπάρχοντα που άφησαν πίσω η Λίαντριν και οι άλλες τοποθετήθηκαν στην τρίτη αποθήκη, δεξιά από την κεντρική σκάλα, στο δεύτερο υπόγειο κάτω από τη βιβλιοθήκη». Ξανάριξε μια ματιά στα χαρτιά του τραπεζιού και έφυγε, χωρίς ούτε να βιάζεται, ούτε να αργοπορεί.

Η Εγκουέν ένιωσε ότι δεν μπορούσε να ανασάνει. Εμείς φοβόμαστε να εμπιστευτούμε τη σκιά μας και η Άμερλιν αποφασίζει, απ’ όλες τις γυναίκες, να εμπιστευτεί την Έλσε;

«Δεν είναι να έχεις εμπιστοσύνη σε αυτή τη χαζούλα, θα τα ξεφουρνίσει όλα σε όποιον βρει!» Η Νυνάβε κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

Η Εγκουέν άρπαξε τα φουστάνια της και την προσπέρασε τρέχοντας. Τα παπούτσια της γλίστρησαν στα πλακάκια του εξώστη, αλλά έπιασε φευγαλέα με το βλέμμα κάτι άσπρο να εξαφανίζεται στην κοντινότερη ράμπα και όρμησε ξοπίσω του. Σίγουρα κι αυτή τρέχει, για να είναι κιόλας τόσο μπροστά. Γιατί τρέχει; Η λάμψη του άσπρου είχε ήδη εξαφανιστεί σε μια άλλη ράμπα. Η Εγκουέν την ακολούθησε.

Μια γυναίκα στράφηκε και την αντίκρισε στη βάση της ράμπας και η Εγκουέν σταμάτησε μπερδεμένη. Όποια κι αν ήταν, δεν ήταν η Έλσε. Φορώντας λευκό και ασημί μετάξι, της γέννησε αισθήματα που η Εγκουέν δεν είχε νιώσει ποτέ άλλοτε. Ήταν ψηλότερη, ομορφότερη κατά πολύ και το μαύρο βλέμμα της έκανε την Εγκουέν να νιώσει μικρή, ισχνή και άλουστη. Και, μάλλον, θα μπορεί να διαβιβάσει περισσότερη Δύναμη από μένα. Φως μου, μάλλον είναι εξυπνότερη κι από τις τρεις μας μαζί. Δεν είναι δίκαιο αυτό, μια γυναίκα να... Συνειδητοποίησε, ξαφνικά, τι πορεία είχαν πάρει οι σκέψεις της. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν και κούνησε απότομα το κεφάλι. Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει... κατώτερη... από άλλη γυναίκα και δεν θα το έκανε τώρα.