«Είσαι τολμηρή», είπε η γυναίκα. «Είσαι τολμηρή, που τρέχεις πέρα-δώθε, μόνη, εκεί που έχουν γίνει τόσοι φόνοι». Φαινόταν σχεδόν ευχαριστημένη.
Η Εγκουέν κορδώθηκε και ίσιωσε το φόρεμά της βιαστικά, ελπίζοντας να μην το είχε προσέξει η άλλη, αλλά ξέροντας ότι το είχε προσέξει, ελπίζοντας να μην την είχε δει να τρέχει σαν παιδάκι. Κόψ’ το! «Με συγχωρείς, αλλά ψάχνω μια μαθητευόμενη που ήρθε από δω, νομίζω. Έχει μεγάλα, μαύρα μάτια και μαύρα μαλλιά πιασμένα πλεξούδα. Είναι παχουλή και ομορφούλα με τον τρόπο της. Είδες προς τα πού πήγε;»
Η ψηλή γυναίκα την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, με μια έκφραση ευθυμίας. Η Εγκουέν δεν ήταν σίγουρη, αλλά της φάνηκε ότι η άλλη είχε ρίξει μια ματιά στη σφιγμένη γροθιά στο πλευρό της, όπου ακόμα κρατούσε το πέτρινο δαχτυλίδι. «Δεν νομίζω να την προλάβεις. Την είδα κι έτρεχε γοργά. Υποψιάζομαι πως τώρα θα έχει απομακρυνθεί πολύ».
«Άες Σεντάι», άρχισε να λέει η Εγκουέν, αλλά δεν της δόθηκε η ευκαιρία να ρωτήσει προς τα πού είχε πάει η Έλσε. Κάτι που μπορεί να ήταν θυμός, ή ενόχληση, άστραψε σε εκείνα τα μαύρα μάτια.
«Ήδη σου αφιέρωσα πολύ χρόνο. Έχω πιο σημαντικά θέματα να φροντίσω. Άφησέ με». Έκανε νόημα προς την κατεύθυνση απ’
όπου είχε έρθει η Εγκουέν.
Τόσο ισχυρή ήταν η προσταγή στη φωνή της, που η Εγκουέν γύρισε κι έκανε τρία βήματα στη ράμπα, πριν το συνειδητοποιήσει. Έξω φρενών, γύρισε ξανά από την άλλη. Τι κι αν είναι Άες Σεντάι, θα της...
Ο εξώστης ήταν άδειος.
Σμίγοντας τα φρύδια, αγνόησε τις κοντινότερες πόρτες —κανείς δεν ζούσε εκεί, εκτός, ίσως, από τα ποντίκια― και κατηφόρισε τρέχοντας τη ράμπα, κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά, ακολουθώντας με το βλέμμα την καμπύλη του εξώστη. Έσκυψε, επίσης, στα κάγκελα και κοίταξε κάτω, στο μικρό Κήπο των Αποδεχθεισών και εξέτασε τους άλλους εξώστες, τους ψηλότερους και τους χαμηλότερους. Είδε δύο Αποδεχθείσες με τα ριγωτά φορέματά τους, που η μια ήταν η Φαολάιν και η άλλη μια γυναίκα που την ήξερε εξ όψεως, αν και δεν γνώριζε το όνομά της. Αλλά πουθενά δεν υπήρχε γυναίκα με τα λευκά και τα ασημένια μετάξια.
26
Πίσω από μια Κλειδαριά
Κουνώντας το κεφάλι, η Εγκουέν γύρισε στις πόρτες που είχε αγνοήσει. Κάπου πρέπει να πήγε. Μέσα στην πρώτη είδε έπιπλα, που σχημάτιζαν άμορφους όγκους κάτω από πανιά για τη σκόνη και ο αέρας έμοιαζε μπαγιάτικος, λες και η πόρτα είχε καιρό να ανοίξει. Έκανε μια γκριμάτσα· πράγματι, υπήρχαν πατημασιές ποντικιών στη σκόνη του πατώματος. Αλλά κανένα άλλο ίχνος. Άνοιξε βιαστικά άλλες δύο πόρτες, που μέσα τους υπήρχε η ίδια κατάσταση. Δεν ήταν παράξενο. Στους εξώστες των Αποδεχθεισών τα άδεια δωμάτια ήταν περισσότερα από τα κατοικημένα.
Όταν έβγαλε το κεφάλι από την τρίτη πόρτα, η Νυνάβε και η Ηλαίην κατέβαιναν τη ράμπα πίσω της, δίχως ιδιαίτερη βιασύνη.
«Κρύβεται;» ρώτησε έκπληκτη η Νυνάβε. «Εκεί μέσα;»
«Την έχασα». Η Εγκουέν ξανακοίταξε δεξιά κι αριστερά στον καμπυλωτό εξώστη. Πού να πήγε; Δεν εννοούσε την Έλσε.
«Αν πίστευα ότι η Έλσε θα μπορούσε να σε παραβγεί στο τρέξιμο», είπε η Ηλαίην χαμογελώντας, «θα την κυνηγούσα κι εγώ, αλλά πάντα μου φαινόταν ότι, έτσι παχουλή που είναι, δεν μπορούσε να τρέξει». Εντούτοις, το χαμόγελό της έκρυβε μια ανησυχία.
«Θα πρέπει να τη βρούμε αργότερα», είπε η Νυνάβε, «και να της πούμε να μην ανοίξει το στόμα της. Πώς μπόρεσε η Αμερλιν να εμπιστευτεί αυτό το κοριτσόπουλο;»
«Νόμιζα ότι τη βρήκα», είπε αργά η Εγκουέν, «αλλά ήταν μια άλλη. Νυνάβε, μια στιγμή γύρισα την πλάτη κι είχε χαθεί. Όχι η Έλσε —αυτή δεν την είδα καθόλου!― αλλά η γυναίκα που νόμιζα ότι ήταν η Έλσε. Μέσα σε μια στιγμή... έγινε καπνός, δεν ξέρω πού πήγε».
Της Ηλαίην της κόπηκε η ανάσα για μια στιγμή. «Ήταν Άψυχη;» Κοίταξε γοργά γύρω της, αλλά ο εξώστης ήταν ακόμα άδειος, με εξαίρεση τις τρεις τους.
«Όχι αυτή», είπε με σιγουριά η Εγκουέν. «Αυτή —» Δεν πρόκειται να πω ότι με έκανε να νιώσω σαν να ήμουν έξι χρόνων, με σχισμένο φόρεμα, λερωμένο πρόσωπο και μύξες στη μύτη. «Δεν ήταν Φαιός Άνθρωπος. Ήταν ψηλή και εντυπωσιακή, με μαύρα μάτια και σκούρα μαλλιά. Και μέσα σε χίλια άλλα άτομα θα την πρόσεχες. Δεν την έχω δει άλλη φορά» αλλά νομίζω ότι είναι Άες Σεντάι. Πρέπει να είναι».