Η Νυνάβε στάθηκε, σαν να περίμενε να ακούσει κι άλλα και μετά είπε ανυπόμονα: «Αν την ξαναδείς, δείξ’ τη μου. Αν νομίζεις ότι υπάρχει λόγος. Ας μη χασομεράμε εδώ κουβεντιάζοντας. Θέλω να δω τι υπάρχει σε αυτή την αποθήκη, πριν η Έλσε μιλήσει σε λάθος αυτιά για εμάς. Μπορεί να ήταν απρόσεκτοι. Ας μην τους δώσουμε την ευκαιρία να το διορθώσουν, αν είναι έτσι».
Όταν πήγε δίπλα στη Νυνάβε, με την Ηλαίην από την άλλη πλευρά της, η Εγκουέν κατάλαβε ότι έσφιγγε ακόμα το πέτρινο δαχτυλίδι —το τερ’ανγκριάλ της Κοριάνιν Νεντέαλ― στη γροθιά της. Το έχωσε απρόθυμα στο θύλακό της και τράβηξε το κορδόνι. Αρκεί να μην αποκοιμηθώ με το καταραμένο... Μα αυτό ακριβώς δεν σκοπεύω να κάνω;
Αλλά αυτό θα γινόταν το βράδυ και δεν είχε νόημα να ανησυχεί από τώρα. Όπως προχωρούσαν μέσα στον Πύργο, η Εγκουέν είχε το νου της μήπως δει τη γυναίκα με τα λευκά και τα ασημένια μετάξια. Δεν καταλάβαινε γιατί ένιωθε ανακούφιση που δεν την έβρισκε. Μεγάλη γυναίκα είμαι και κάθε άλλο παρά ανίκανη. Πάντως, χαιρόταν που καμία απ’ όσες συναντούσαν δεν της έμοιαζε στο παραμικρό. Όσο πιο πολύ σκεφτόταν τη γυναίκα τόσο πιο πολύ ένιωθε ότι κάτι πήγαινε στραβά με αυτή. Φως μου, τώρα βλέπω το Μαύρο Άτζα κάτω από το κρεβάτι μου. Μόνο που μπορεί, όντως, να είναι κάτω από το κρεβάτι μου.
Η βιβλιοθήκη ήταν σε κάποια απόσταση από το ψηλό, χοντρό βέλος του κεντρικού κτιρίου του Λευκού Πύργου και ήταν φτιαγμένη από λευκή πέτρα με γαλάζιες φλέβες, μοιάζοντας με αγριεμένα κύματα που είχαν παγώσει στην κορύφωση τους. Αυτά τα κύματα ορθώνονταν ψηλά, σαν παλάτι, στο πρωινό φως, μα όλα αυτά τα δωμάτια —σαν αυτά που ήταν κάτω από τους παράξενους διαδρόμους στους ψηλότερους ορόφους, όπου ήταν τα διαμερίσματα της Βέριν — ήταν γεμάτα ράφια και τα ράφια γεμάτα βιβλία, χειρόγραφα, χαρτιά, κυλίνδρους, χάρτες και παραστάσεις, που είχαν συλλεχθεί απ’ όλα τα έθνη σε διάστημα τριών χιλιάδων χρόνων. Ακόμα και οι μεγάλες βιβλιοθήκες του Δακρύου και της Καιρχίν δεν είχαν τόσα.
Οι βιβλιοθηκάριοι —όλες ήταν Καφέ αδελφές― φρουρούσαν αυτά τα ράφια και φρουρούσαν εξίσου προσεκτικά τις πόρτες, για να είναι βέβαιες ότι δεν θα έβγαινε ούτε κομματάκι χαρτί χωρίς να ξέρουν ποιος το είχε πάρει και γιατί. Αλλά η Νυνάβε δεν οδήγησε τις φίλες της σε κάποια από τις φρουρούμενες πόρτες.
Γύρω από τη βιβλιοθήκη, επίπεδες στο έδαφος, στη σκιά των ψηλών δέντρων πεκάν, υπήρχαν άλλες πόρτες, τόσο μεγάλες όσο και μικρές. Μερικές φορές οι εργάτες έπρεπε να μπουν στις αποθήκες που βρίσκονταν κάτω από έδαφος και οι αδερφές που φυλούσαν τη βιβλιοθήκη δεν ήθελαν να πηγαινοέρχονται ιδρωμένοι άντρες στην επικράτειά τους. Η Νυνάβε άνοιξε μια, που δεν ήταν μεγαλύτερη από εξώπορτα αγροικίας και έκανε στις άλλες νόημα να κατέβουν μια σκάλα, που χανόταν στο σκοτάδι. Όταν την άφησε να κλείσει πίσω τους, χάθηκε και κάθε ίχνος φωτός.
Η Εγκουέν ανοίχτηκε στο σαϊντάρ —αυτό ήρθε τόσο ήρεμα που η κοπέλα σχεδόν δεν συνειδητοποίησε τι έκανε― και διαβίβασε λίγη από τη Δύναμη που την πλημμύριζε. Για μια στιγμή, και μόνο η αίσθηση αυτού του χειμάρρου, που φούσκωνε μέσα της, απείλησε να πνίξει όλες τις άλλες αισθήσεις της. Μια μικρή μπάλα από γαλανόλευκη φωτιά εμφανίστηκε, ισορροπώντας στον αέρα πάνω από το χέρι της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και θύμισε στον εαυτό της το λόγο που περπατούσε μουδιασμένα. Ήταν ένας κρίκος με τον υπόλοιπο κόσμο. Επέστρεψε μέσα της η αίσθηση του λινού που άγγιζε το δέρμα της, η αίσθηση από τις μάλλινες κάλτσες και το φόρεμά της. Με μια σουβλιά λύπης, απόδιωξε την επιθυμία να τραβήξει κι άλλο, να αφήσει το σαϊντάρ να την απορροφήσει.
Η Ηλαίην έκανε την ίδια στιγμή τη δική της λαμπερή σφαίρα και οι δύο μαζί πρόσφεραν περισσότερο φως απ’ όσο θα έδιναν δύο φανάρια. «Είναι τόσο... υπέροχο, έτσι δεν είναι;» μουρμούρισε.
«Πρόσεχε», είπε Ηλαίην.
«Προσέχω». Η Ηλαίην αναστέναξε. «Απλώς νιώθω... Θα προσέχω».
«Από δω», είπε η Νυνάβε κοφτά και τις προσπέρασε, για να τις οδηγήσει χαμηλότερα. Δεν προχώρησε πολύ μπροστά. Δεν ήταν θυμωμένη και έπρεπε να βλέπει με το φως που της πρόσφεραν οι άλλες δύο.
Ο σκονισμένος, πλαϊνός διάδρομος απ’ όπου είχαν μπει, γεμάτος ξύλινες πόρτες σε τοίχους από γκρίζα πέτρα, κατέληγε, έπειτα από εκατό απλωσιές, στην πολύ φαρδύτερη κεντρική αίθουσα, που διέτρεχε τη βιβλιοθήκη. Τα φώτα έδειχναν πατημασιές επί πατημασιών και οι περισσότερες προέρχονταν από τις μεγάλες μπότες που φορούσαν οι άντρες, ενώ κάποιες είχαν σχεδόν σβηστεί από τη σκόνη. Το ταβάνι εδώ ήταν πολύ ψηλότερο και μερικές πόρτες τόσο μεγάλες, που έκαναν για στάβλο. Η κεντρική σκάλα, στην άλλη άκρη, που είχε πλάτος όσο το μισό της αίθουσας, ήταν το σημείο απ’ όπου κατέβαζαν ογκώδη πράγματα. Άλλη μια σκάλα, εκεί δίπλα, οδηγούσε πιο βαθιά. Η Νυνάβε την πήρε δίχως δισταγμό.